Σελίδες

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Δέηση στον άσαρκο 'Ερωτα -Μαρία Λαμπράκη


Είναι κάποιες στιγμές
'Οταν η ανάγκη γίνεται
 ''μυτερή βελόνα''
έρχεσαι και
ακροβατείς
στα όρια 
της αντοχής μου.
 Ακριβώς
στην κόψη
του ελάχιστου.
Αρχίζει τότε
να βγαίνει
στην επιφάνεια
η επιθυμία
κλείνω τα μάτια
κι αφήνομαι
στην έξαψη της στιγμής.
Σε νιώθω
Να εισχωρείς μέσα μου
Χωρίς άγγιγμα
Χωρίς σώμα
Χωρίς φιλί
Αφήνομαι
Βυθίζομαι
Εξαγνισμένη
Στο Απολλώνιο
Φως σου

Στη δόνηση
Του πάθους
 
Στα ρίγη
Των στεναγμών.

Σε στιγμές μέθεξης
Μεταλαμβάνω
Τον 'Ερωτα
Προσκυνώ
Με ευλάβεια
Στον άμβωνα
 Του κορμιού σου.
Ξαναγιεννιέμαι
Ζωογονούμαι
Ενσταλάζω μέσα σου
Το μύρο των χυμών μου
Σπονδή
Βάλσαμο
Μέλι και ύδωρ
Θυμίαμα
Δέηση
Στον άσαρκο 'Ερωτα.


Μάριος Χάκκας-Αποσπάσματα απο τη συλλογή διηγημάτων "Ο Μπιντές"


Ένας χωρισμός

EBAΛEΣ τη γάτα στην καπελιέρα, μετά την κιλότα, ενώ έξω ο νέος εραστής σου κόρναρε. Bιαζόσουνα τόσο που φόρεσες πρώτα τις γόβες και μετά το καλτσόν.
Έφυγες και μ’ άφησες μια μουντζούρα στη μύτη (από τα μάτια σου που ξεβάψανε κλαίγοντας), τις τρίχες της γάτας σου, καθώς και μια γεύση αποσμητικού στα χείλη.
Aπόμεινα ένας γερο-παλιάτσος ζητώντας βούρτσα και καθρεφτάκι στ’ αναστατωμένο δωμάτιο, προσπαθώντας να βγάλω από πάνω μου τα τελευταία απομεινάρια σου.
Eίπα να γλιτώσω από σένα, όμως νιώθω τη γάτα σου να μπήγει τα νύχια στις σάρκες μου, κι η μουντζούρα να κουλουριάζεται δίπλα μου τις νύχτες, πολλές φορές να παραμένει εκεί ανεξίτηλο στίγμα -τσακάρισμα για να δηλώνει έναν από τους χίλιους χωρισμούς σου.
Tην τελευταία στιγμή θυμήθηκες τη γλάστρα κι έξω κόρναρε ασταμάτητα ο μαντράχαλος. Xαίνουσα πληγή η κάμαρα, ξεκοιλιασμένα τα συρτάρια, όλ’ ανακατωμένα και ρημάδια.

Ξέχασες κι ένα στηθόδεσμο μαζί με τρία κιλοτάκια, να μουλιάζουν στον μπιντέ. Πάντα σου έλεγα να πάρεις βρακιά που να φτάνουν ως τη μέση σου, όχι αυτά, τέσσερα δάχτυλα ύψος. Θα μου κρυώσεις και θα τρέχεις στους γιατρούς. Aλλά τι με νοιάζει τώρα; Tώρα για μένα μια κουκκίδα, στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που φεύγει, ο πανσές πανσές, κι η πεταλούδα πεταλούδα.
Aπό αυτή την ιστορία βγήκες πιο κερδισμένη. Kράτησες τον Kεραμεικό κι εμένα το νεκρό εσύ η νεκρή στην αγκαλιά σου, μια μικρή πευκόφυτη πλαγιά με κάτω τις ανασκαφές, πιο πέρα μπαλωμένα μάρμαρα απ’ τις αναστηλώσεις. Πήρες και το κουλό άγαλμα που στεκόταν στη βροχή κάνοντας ντους, φέρνοντας τα χέρια σε στήθη και γοφούς (στην πλάτη πάντα δύσκολα). Tι κατάλαβες; Έφυγες και μ’ άφησες χωρίς χέρια, να μην μπορώ πια να το συντροφέψω, να περπατήσω στη βροχή ή να στεγνώσω αχνίζοντας μαζί του στη λιακάδα, απολαμβάνοντας μια κάποια ελευθερία.
Tο κυριότερο: Πήρες τη γλάστρα με τις πεταλούδες που ’μοιαζαν πανσέδες.

Λέω να φύγω. Mα, να, είμαι σαν γερασμένο χελιδόνι, και πού ακμής φτερά πάνω απ’ το πέλαγο, και πού κουράγιο; Mάλλον θα μείνω για ξεχειμώνιασμα σε τούτο το δωμάτιο. Όχι πως με νοιάζει και πολύ η απουσία σου. Mη νομίσεις πως είναι αβάσταχτες οι συνθήκες. Kάπως να ξεχάσω, μια μικρή προσαρμογή και θα περάσει ο δύσκολος καιρός. Άλλωστε, μπορεί ο χειμώνας να ’ναι ήπιος, με σιγανές βροχές και λίγες λάσπες, κι όλα στεγνώνουνε στον επισκέπτη ήλιο, ψυχή, φτερά και μάτια.
Γέμισαν τα σταχτοδοχεία αποτσίγαρα, κλεισμένα τα παράθυρα κι η τσιγαρίλα δε λέει να σκεπάσει τ’ άρωμά σου.

Λέω να φέρνω καμιά γυναίκα να μου συγυρίζει. Mετά θα τ’ ανακατώνω σαν να ’σουνα εσύ, άστατη κι ακατάστατη, όχι για να θυμάμαι την παρουσία σου, αλλά έτσι, για να ’χει και κάποια δουλειά η γυναίκα που θα συγυρίζει.
Έχει και κάποιο όφελος αυτός ο χωρισμός. Bλέπω πια την ανατολή του ήλιου, κάτι που το ’χα στερηθεί μαζί σου, άσχετα βέβαια αν περιμένω απ’ τα μεσάνυχτα. Όμως σ’ το λέω, κοντά σου είχε χοντρύνει το κεφάλι μου απ’ τον ύπνο, κι αν ξαγρυπνάω τώρα είναι που περιμένω την ανατολή και τίποτε άλλο.
Όλοι οι σελιδοδείχτες στις πορνικές σκηνές του Xένρι Mίλερ. Όλα σου τα βιβλία φτηνά σέξι ρομάντζα, «H ωραία της ημέρας», «H ματωμένη κομπινεζόν». Tο προσφιλές σου βιβλίο «Kάμα Σούτρα», διαλυμένο, φύλλα και φτερά, ρούφηξες μέχρι τα εξώφυλλα. Όμως ο Θουκυδίδης που σου χάρισα, άκοπος. Kάθε φορά που το παρατηρούσα, μου ’λεγες πως είχε χαθεί ο χαρτοκόπτης. Tώρα ψάχνω και βρίσκω κάτω απ’ το κρεβάτι τρυπωμένους πέντε χαρτοκόπτες.

Δεν ήσουν άνθρωπος εσύ, δεν ήσουν. Kαι στα μουσεία που σε πήγαινα, μόνο για σάτυρους νοιαζόσουνα και για φαλλούς. Kι αν στάθηκες για ώρα μπρος στο κουλό άγαλμα, ήταν τα γεννητικά του όργανα που σε καθήλωσαν, εγκυμονούσα στιγμή πριν απ’ τη στήση.
Δε με χωράει το κρεβάτι, ο χώρος σου κι η δύναμή σου, ομολογώ, εκεί πάνω παραδίνομαι. Aν εξαιρέσουμε και τις καρέκλες που φοβάμαι ότι μπορεί να κάθεται η γάτα σου, δε μένει παρά να βηματίζω ώσπου να φέξει.
Tο πρόσωπό σου η νύχτα• η μέρα, τα μαλλιά σου. Aν ξαναμπλέξω με γυναίκα, θα ’ναι νύχτα τα μαλλιά της, το πρόσωπό της μέρα. Θα βεβαιωθώ ότι μπορεί να διαβάσει Θουκυδίδη κι ότι κοιτάει τ’ αγάλματα στο πρόσωπο. Όταν βγαίνουμε, θ’ ακουμπάει στα γόνατα την τσάντα. Δεν είμαι ζηλιάρης και σεμνότυφος, αλλά θέλω ησυχία κι ηρεμία, έστω ας είναι και νεκροταφείου.
Kατά τα άλλα, πίνω το γάλα μου, πηγαίνω στη δουλειά, τ’ απογεύματα κάνω κι έναν περίπατο προς τον Kεραμεικό, αναζητώντας καινούργια μονοπάτια. Σκέφτομαι, εδώ δεν πάτησε, αυτή την πέτρα, εκείνο το χορτάρι δεν το είδε, αν και δεν είμαι βέβαιος απόλυτα, ξέρω ’γώ πού έπεφτε το μάτι σου; Όσο για το πόδι σου, αφού πάτησε πάνω στην καρδιά μου, σ’ όλο το χώρο πάτησε και το εκαταπάτησε.

Παρατηρώ τις φλέβες των μαρμάρων κι αγάλλομαι στη σκέψη πως κάποια μέρα θα γεμίσουνε τα πόδια σου μικρές φλεβίτσες. Tότε έρχεσαι και σβήνεις απ’ τη μύτη μου αυτή τη μόνιμη μουντζούρα, απ’ το μυαλό μου αυτή τη μόνιμη θολούρα. Περπατάς ανάμεσα στ’ αρχαία μνήματα εναποθέτοντας την ψόφια γάτα σου σε κάποια σαρκοφάγο, αυτή τη γάτα που έμπηξε τα νύχια της σε χίλιους εραστές, που σε είδε ξαπλωμένη σε χίλια διαφορετικά κρεβάτια κι έπαιξε με τις χίλιες κιλότες σου που μπερδεύτηκαν με τα σεντόνια και τις εγκατέλειψες. Eπιστρέφεις κρατώντας αγκαλιά τη γλάστρα κι εγώ λέω στον εαυτό μου, μια κουκκίδα στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που έρχεται κι αυτοί οι πανσέδες μοιάζουνε πολύ με πεταλούδες.
Από τη συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές, Κέδρος 1970.

Μάριος Χάκκας, "Οι εξαιρετικές μου στιγμές"

Το πρόσωπό σου η νύχτα·
Η μέρα, τα μαλλιά σου.
Αν ξαναμπλέξω με γυναίκα
θα’ ναι νύχτα τα μαλλιά της,
το πρόσωπό της μέρα.

 -Εσύ αφανίζεις στο μαυράδι των ματιών σου τη γελοία καθημερινότητά μου, στα ψιχαλιστά ματάκια σου όλα γίνονται θολός ουρανός και γόνιμη μπόρα.
     - (…) όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο. 
"Όταν λείπεις, προσπαθώ να μετρήσω την κίνηση του ρολογιού, να δω το φως πώς αλλάζει. Ξέρω πως το ρολόι κινείται, πως το φως όσο πλησιάζει το βράδυ λιγοστεύει και σώνεται. Δε βλέπω τίποτα. Ούτε τη θερμοκρασία που κατεβαίνει μαζί με το βράδυ, ούτε το δέντρο πως μεγαλώνει. Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω, πολλές φορές ένα τίποτα. 

Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ’ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα. 

Όμως θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα σου, ίσως γιατί από κει αναπνέω, των παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ‘θελα πάντα να είναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο, ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά, καμίνι που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα που σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα"


"Κι εγώ που θα’ θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω,
όπως μιλάω, όπως περπατάω,
πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές,
γι’ αυτό και οι στίχοι μου σπάνιο"

Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας. Τέσσερα χρόνια αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή ∙ η προσφυγική συνοικία της Αθήνας έμελε να αποτελέσει συστατικό στοιχείο της προσωπικής μυθολογίας του συγγραφέα. Ως μαθητής και έφηβος, ο Χάκκας βίωσε τα τραγικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το 1950 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και υπηρέτησε στο πολιτικό στρατόπεδο της Γυάρου ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ερυθρού Σταυρού. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με οργανώσεις της Αριστεράς στην Καισαριανή και στο Βύρωνα, ενώ το 1952 εντάχθηκε στην Ε.Δ.Α. Συμμετείχε στην ίδρυση του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφτηκε στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 συνελήφθη βάσει του νόμου περί Ιδιώνυμου (ν. 509)  λόγω της πολιτικής του δράσης και καταδικάστηκε σε τετράχρονη κάθειρξη, αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Αίγινα. Στη φυλακή έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα.
 
Μετά την αποφυλάκισή του, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια βιοπορίστηκε, μεταξύ άλλων, ως πλασιέ. Το 1961 παντρεύτηκε την Μαρίκα Κουζηνοπούλου και εγκαταστάθηκε στο Βύρωνα. Από το 1964 ως το 1967 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής.
Η κριτική στάση του Χάκκα τον έφερε σε αντίθεση με το ΚΚΕ, με το οποίο ήρθε σε οριστική ρήξη το 1966. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία, ο Χάκκας συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για έναν μήνα στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου.
Το 1969 διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στα νεφρά, που επεκτάθηκε και στον πνεύμονα. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ταξίδεψε για εξετάσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, την Ελβετία, το Μιλάνο και τη Γερμανία.  Απεβίωσε στις 5 Ιουλίου του 1972 στο Διαγνωστικό Νοσοκομείο Πειραιώς.

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Χάκκα είναι η ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (1965), στην οποία διακρίνεται η επίδραση του Οδυσσέα Ελύτη. Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), που με ρεαλιστικό τρόπο αποτυπώνει τους μεταπολεμικούς προβληματισμούς του αριστερού χώρου. Όμως το έργο που καθιέρωσε τον Χάκκα ως δημιουργό ήταν η συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970): τα διηγήματα αυτής της συλλογής είναι δομημένα χωρίς επεισόδια. Απουσιάζουν η πλοκή και οι κεντρικοί χαρακτήρες. Η αφήγηση είναι κατά κανόνα πρωτοπρόσωπη (σε δεκαεπτά από τα εικοσιένα διηγήματα της συλλογής) και, συντιθέμενα, σχηματίζουν ένα είδος θραυσματικής αυτοβιογραφίας του συγγραφέα. Ο Χάκκας εδώ υπερβαίνει τους περιορισμούς της ρεαλιστικής αφήγηση και σε αρκετά σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό.  Σε ό,τι αφορά τη θεματολόγια, ο Χάκκας, όπως έκαναν κι άλλοι αριστεροί συγγραφείς της ίδιας εποχής (Τσίρκας, Αλεξάνδρου κ.ά.), ασκεί κριτική, όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στον δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.   

Το 1971 Χάκκας δημοσίευσε τα θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση και Τα κλειδιά, ενώ μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το μονόπρακτο Στον αστερισμό των διδύμων.

Λίγο μετά το θάνατό του εκδόθηκε επίσης και η συλλογή διηγημάτων Το κοινόβιο: σ’ αυτά τα διηγήματα το ύφος του Χάκκα είναι πιο ελεγειακό, καθώς ο συγγραφέας διαισθάνεται ότι έχει περιορισμένο χρόνο και γράφει στο κατώφλι του θανάτου.  Ο ίδιος εξάλλου έλεγε: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση…»


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

'Ονειρο ήτανε...Μαρία Λαμπράκη



Χθες το βράδυ στ' όνειρό μου ήρθες και περπάτησες

Ονειρεύτηκα ό,τι ήμουν στη μέση μιας θάλασσας σμαραγδένιας/ ασημένια νύχτα με φεγγάρι.
Πως να στο εξηγήσω/ ήταν ένα ακαθόριστο θολό τοπίο/ σαν την αναμονή.
Περπατούσαμε μαζί στην άκρη τ' ονείρου/ ως κύματα μιας θάλασσας ταγμένης / στην παλίρροια του 'Ερωτα.

Ωσπου/ το ανέφελο τοπίο συννέφιασε απο την ένταση της παρουσίας σου/ κι άρχισε να βρέχει / αναπάντεχα / κι απο παντού.
Με ανέβασες τότε στη χαίτη τ' ανέμου καλπάζοντας στ' άπειρο. Μέχρι που τα σώματά μας «εξαϋλώθηκαν» σκορπίζοντας στο στερέωμα/ ίχνη φωτός.
Ξύπνησα αλαφροπατώντας σαν ίσκιος/ για να σ' αφήσω ήσυχος να φύγεις.
'Ονειρο ήτανε.


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΕΛΛH ΑΛΕΞΙΟY-Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν


 Το διήγημα προέρχεται από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Προσοχή συνάνθρωποι (1978), το οποίο περιέχει διηγήματα που αναφέρονται στη γερμανική Κατοχή, την Αντίσταση και την εξορία. Το συγκεκριμένο διήγημα έχει γραφτεί το 1954 και παρουσιάζει τον αγώνα μιας μητέρας να ζήσει και να στηρίξει τα παιδιά της, όσο ο άντρας της βρίσκεται στην εξορία, αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες όλων των ανθρώπων της μεταπολεμικής εποχής.

H Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε τα μάτια της το πρωί, ξαναθυμήθηκε τη χθεσινή κουβέντα της μαμάς τους, ακριβώς όπως τους τα είχε πει αποβραδίς: «...γιορτές και να μη με ζητήσουν μήτε για πλύσιμο... μήτε για άσπρισμα... άλλο πια δεν έχει. Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου,* να διακονέψω*...».
         Πάντα της ξενοδούλευε, γιατί ο άντρας της -πλανόδιος ντενεκετζής που ήταν- τι να βγάλει, και πού να φτάσουν, μα τώρα που είχε απομείνει μονάχη, ακόμα χειρότερα. «Θα σταθώ στην οδός Αιόλου... και θα σας πάρω και σας. Τα σκολειά κλειστά είναι. Θα χαζέψετε και τον κόσμο... Θα δείτε τα πράματα που θα 'χουν απλωμένα από δω κι από κει... μπορεί να βρεθεί και κανείς χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα...»
         - Πότε, μαμά, θα πάμε στην οδός Αιόλου; ρώτησε η Αγγελικούλα.
         - Θα λέμε και τα κάλαντα της εξορίας; ρώτησε κι ο Πέτρος τη μαμά του.
         - Να τα λέτε.
         Κι ο Πέτρος άρχισε να σιγοτραγουδά από κει που ήταν ξαπλωμένος:

Αρχημηνιά-ά κι α-αρχή χρο-νιά,
είν' ο μπαμπάς, χρόνους εννιά στη
μα- στη μαύ-ρην εξορία...
συ 'σαι αρχό- συ 'σαι αρχόντισσα κυρία...

         - Θ' αργήσουμε, μαμά, ακόμα;
         Η Αγγελικούλα βιαζότανε να φύγουν.
         - Εμ τώρα είναι ακόμα πρωί... Καλά καλά δεν έφεξε. Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος.
         - Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;
         - Άμα βγει ο ήλιος.
         - Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε; ρώτησε ο Πέτρος.
         - Τι να κάνουμε από τέτοιαν ώρα; Να ξεπαγιάσουμε άδικα;
         - Τα παιγνίδια όμως, ας είναι και πρωί, δεν είναι στα τζάμια; ξανάπε ο Πέτρος. Αν μαζέψεις, μαμά, πολλά λεφτά, και μας δώσουν και μας από τα κάλαντα, θα μου πάρεις, μαμά, κείνο το σιδερόδρομο που σου 'λεγα;
         Ήταν ένας σιδερόδρομος που έπιανε όλη τη βιτρίνα! Τα παιδιά, στα σκολειά, στα διαλείμματα, όλο για το σιδερόδρομο μιλούσαν. Διηγούνταν πώς κάνει γύρους. Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά του. Πώς έχει σειρά τα βαγόνια. Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται. Περνάει κι ένα ποτάμι πάνω από μια γέφυρα και ύστερα!... τρυπώνει σ' ένα τρυπημένο βουνό... και χάνεται!... Μα σε λίγο... να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια...
         - Αυτά τα παιγνίδια είναι ακριβά! Δεν μπορούμε να τ' αγοράσουμε μεις...
         - Άμα πιάσουμε πολλά λεφτά;
         - Όσα και να πιάσουμε... δεν μπορούμε.
         - Πότε θα μπορέσουμε;
         - Άμα έρθει ο μπαμπάς σου.
         - Πότε θα 'ρθει ο μπαμπάς μου;
         - Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι.
         - Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;
         - Ναι... ναι... πριν από την Πρωτοχρονιά.
         - Κι άμα έρθει, θα μου πάρει το σιδερόδρομο;
         - Ναι... ναι...
         - Να του το πεις όμως και συ...
         - Ναι... ναι... θα του το πω.


Αθήνα 1955

         Στην οδό Αιόλου κόντεψαν να χαθούν. O Πέτρος έψαχνε να βρει το σιδερόδρομο, κι η Αγγελικούλα είδε μια κούκλα, που στεκόταν πίσω από το τζάμι και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια της, και σταμάτησε, γιατί ήθελε να τη δει καλά.
         - Αν δεν έχετε το νου σας, να το ξέρετε, πως θα χαθούμε. Εγώ θα στέκουμαι εδώ σε τούτη τη γωνιά. Μην ξεμακρύνετε... Και να 'στε πιασμένοι χέρι χέρι...
         - Άντε να πάμε να βρούμε το σιδερόδρομο, είπε ο Πέτρος στην Αγγελικούλα, και ύστερα ξαναγυρίζομε.
         Μπρος από τη βιτρίνα, που ήταν ο σιδερόδρομος, είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά. Κι όλα φώναζαν:
         - Κοιτάτε! Τώρα θ' ανεβεί, θα το δείτε, σ' αυτό το ψηλό βουνό.
         - Θα περάσει και το ποτάμι... πάνω από τη γέφυρα...
         - Κοίτα το μηχανικό πώς κάνει;
         - Τώρα θ' ανάψει το πράσινο φως και θα σβήσει το κόκκινο.
         - Θα μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, είπε το παιδί ενός καθηγητή, τώρα στις γιορτές, που θα τους δώσουν δύο μισθούς...
         - Εγώ θα πω στο νονό μου, είπε ένα αδυνατούλικο, χλομό αγοράκι, να μου τον αγοράσει, που είναι σωφέρης.*
         - Η θεία μου η μικρή, είπε της μαμάς μου, πως θα βάλουν όλοι τους, ο θείος ο Νικόλας, κι ο θείος μου που 'χει το περίπτερο, να μου τον αγοράσουν..., είπε ένα άλλο παιδί.
         - Εμάς, ξεθαρρεύτηκε ο Πέτρος, θα μας τον αγοράσει ο μπαμπάς μας...
         Τα παιδιά στράφηκαν και πρόσεξαν τα δυο φτωχοντυμένα αδέλφια. O Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι μπαλωμένο στους αγκώνες και το γιακά, και στο λαιμό μαύρο κασκόλ, και καφέ γάντια, που βγαίναν όξω τα δυο πρώτα δάχτυλα. Η Αγγελικούλα δε φαινόταν τι φορούσε. Ήταν διπλοτυλιγμένη μέσα σ' ένα μποξά* σκούρο, σφιχτοδεμένο κάτω από τα χέρια, μ' ένα κορδόνι. Τα παπούτσια τους -αρβυλάκια- ήτανε βουτηγμένα στη λάσπη, καθώς είχαν κάμει πεζή* όλο το δρόμο, από του Ζωγράφου ως την οδό Αιόλου.
         - Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;, ρώτησε τον Πέτρο το παιδί του καθηγητή.
         - Είναι εξορία, μα θα 'ρθει πριν από την Πρωτοχρονιά.
         - Ξέρεις πόσο κάνει ο σιδερόδρομος;, του λέει. Για να μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, θα δώσει το μισό μισθό, απ' αυτόν που θα τους δώσουν για τις γιορτές.

        Η Αγγελικούλα με τη μαμά και τον Πέτρο πήγαν και την άλλη μέρα στην οδό Αιόλου, και την παράλλη. O Πέτρος, κρατώντας την Αγγελικούλα από το χέρι, τραβούσε ίσια για τη βιτρίνα που ήταν ο σιδερόδρομος. Είχε το φόβο μην πάνε καμιά μέρα και βρούνε άδεια τη βιτρίνα. Κ' ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;
         Τα βράδια, άμα χτυπούσε η οξώπορτα της μάντρας, τ' αδέρφια συνερίζονταν* ποιο να προλάβει ν' ανοίξει πρώτο.
         - Πώς θα καταλάβουμε πως είναι ο μπαμπάς μας;
         - Από το γέλιο του.
         - Εκείνος θα μας γνωρίσει;
         - Ναι, ναι...
         - Μα αφού δε μας ξέρει;
         - Θα σας γνωρίσει από τη φωτογραφία που του στείλαμε.
         Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά. Κόντευαν τα Φώτα, κι ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα. Πολλά παιγνιδάκια, που κάνανε συντροφιά στο σιδερόδρομο, χάνονταν μέρα με τη μέρα. Κάτι σερβίτσια του τσαγιού, κάτι επιπλάκια, που στέκαν όρθια από δω κι από κει, μέσα στα κουτιά τους, πουλήθηκαν. Έλειψε κι η αρκούδα, που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά, έφυγε και το αεροπλάνο, που κρεμόταν από ψηλά και, μόλις το κούρντιζαν, έφερνε γύρους. Όμως ο σιδερόδρομος έμενε πάντα στη θέση του. Μόνο πως άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά, δεν περπατούσε πια. Είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τη γέφυρα. Και τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος.
         - Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία, είπε ο Πέτρος, θα μας τον είχε αγοράσει. Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία. Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι.
         - Εμένα δεν μου τον πήρε ο μπαμπάς, γιατί δεν τους δώσανε τον άλλο μισθό.
         - O νονός μου, είπε και το αδυνατούλικο αγοράκι, είπε στη μαμά μου πως είναι καλύτερα να μου αγοράσει μια φανέλα, γιατί έχω πλευρίτη. Ξέρεις πώς πονάω, άμα παίρνω ανάσα;
         - Η θεία μου η μικρή, κι ο θείος μου ο Νικόλας, κι ο άλλος που 'χει το περίπτερο, είπε και το άλλο παιδί, μ' αγόρασαν καλύτερα τούτο το παλτό... γιατί το περσινό μου ήταν λιωμένο, μα και δε με χωρούσε κιόλας.
         Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος. Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια.
         Για όλους ήτανε φέτος πολύ στενόχωρες οι γιορτές.
         - Μα του χρόνου, θα δείτε, είπε η μαμά, στα δυο λυπημένα παιδιά της. Όλα θα 'χουν αλλάξει... θα 'χουν φύγει οι κακοί ανθρώποι, κι οι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει, θα 'χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια...

Έλλη Αλεξίου, Προσοχή συνάνθρωποι,
Καστανιώτης

ΠΗΓΗ     



Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Ζωή Καρέλλη, Παραμονή της Γέννησης



Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία της Παναγίας της Ασίνου, στο χωριό Νικητάρι. 14ος αιώνας

 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.

Παραμονή της Γέννησης

1ο

Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.


Η Γέννηση του Χριστού στην Τέχνη του Αγίου Όρους
Καρυές, Σκήτη Αγίου Ανδρέα - «Σεράι», Μονής Βατοπεδίου.

Παραμονή της Γέννησης

2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.


Παραμονή της Γέννησης

3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

Παραμονή της Γέννησης

4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.

Από τη συλλογή Πορεία (1940)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας

 

Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας
Μια σπασμένη ομπρέλα
Μια αγκαλιά καταφύγιο
Υποσχέσεις
Που έμειναν μισές
Δάκρυα που στέγνωσαν
Πριν καν κυλήσουν

Λίγα βήματα
Πριν τον Παράδεισο
Λίγα φιλιά
Πριν το αντίο
Τα χέρια
Που σφίγγουν την αλήθεια
Το ρολόι σταμάτησε στη λύπη
Μια συγνώμη
Που δεν ήρθε ποτέ
Τι να σου γράψω απόψε;
Τώρα που το μελάνι σώθηκε;
Εδώ ο λυγμός της βροχής
Θρηνεί την άδικη σιωπή
Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας
Και εσύ μια μπόρα μέσα μου
Που δε λέει να ξεσπάσει
Γιατί βρέχει πάντα στα τοπία
 Όταν σε θυμάμαι;  (Μαρία Λαμπράκη)

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

17 Νοεμβρίου 1973- Εδώ Πολυτεχνείο


Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Το αγόρι και η πόρτα
Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! - φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, - η ιστορία
Να προφτάσουμε.

Γιάννης Ρίτσος

Το σώμα και το αίμα
(Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)

ΙΙ
Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι


Γιώργης Σαράντης
Εδώ Πολυτεχνείο

Τρείς  νύχτες καίγανε οι φωτιές
την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες
Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
και τότε τον είδα
            λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκρυαγές
να τρέχει προς το θάνατο
Αλέξανδρε του φώναξα
                                    Αλέξανδρε
κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
πάλι και πάλι
Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
δε βρήκα παρά στάχτη
Σ’ όλους τους δρόμους
οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.

ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ
«Εδώ Πολυτεχνείο»
Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!...»
στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!

Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.

Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...

 Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου. Δημήτρης Παπαχρήστου

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Ο εκφωνητής
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου
γενναίο παιδί:
Εδώ Πολυτεχνείο!
Εδώ Πολυτεχνείο!

Σας μιλάει ο σταθμός
των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών
των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες
μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε
το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου
γεμίζοντας τους αιθέρες μ' ανατριχίλες και δάκρυα.

Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος
μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια
ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς
που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου
κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε
προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.

Γιατί χρόνια και χρόνια σ' αυτό τον τόπο
είναι στη μοίρα του ν' ακούει αυτό το τραύλισμα
που δεν προφταίνει να γίνει φωνή
που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος
και μουσική αναστάσιμη.

Γιατί χρόνια και χρόνια
στην κρίσιμη στιγμή
τα δολερά χέρια των τυράννων
υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

19 Νοέμβρη 1973
                                                     
Νικηφόρος  Βρεττάκος
Μικρός τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ
της Κωστούλας Μητροπούλου
Πίσω απ' τα κάγκελα ελεύθεροι χιλιάδες στο δρόμο 
περπατάει αργά η φοβέρα,

πίσω απ' τα σίδερα ονειρεύονται μανάδες
παιδιά που έχουνε αλλάξει σε μια μέρα.

Μπροστά απ' τα κάγκελα οι σκλάβοι που φοβούνται
όπλα κρατάνε και ο δρόμος τους ανήκει
πίσω απ' τα κάγκελα φωνές που δε φοβούνται
και μοιάζουν θάλασσα που πλέει ένα καϊκι.

Πίσω απ' τα σίδερα τα μάτια της γενιάς τους
χαμογελάνε σ' ένα φως που ξημερώνει
έξω στο δρόμο η ντροπή κι η παγωνιά τους
βήμα με βήμα την ελπίδα τη σκοτώνει.

«Ενθυμούμαι…» – Κώστας Βασιλάκος
Πολυτεχνείο 47η επέτειος της Φοιτητικής εξέγερσης

«Τότε…»
Τότε…
Σφίγγαμε τα χέρια µας πάνω στα κάγκελα ,
γιατί είχαμε τη λευτεριά στο αίµα µας.
Ήταν µαύρος ο ουρανός απ’ τα γεράκια ,
αλλά οι νεανικές καρδιές θέλαν αγάπη ,
θέλαν όμορφα τραγούδια.

Ήμασταν φοιτητές.
Τι κι αν τα δάκτυλά µας λιώσαν στα κάγκελα ,
τι κι αν μείναν οι σάρκες στις ερπύστριες.
Σήμερα είμαι λεύτερος να σου λέω
«σ’ αγαπώ».
Να τραγουδώ την ομορφιά σου, σαν επανάσταση.
Κι αν δεν υπήρχα, θα έφτανε λίγο δάκρυ,
λίγο χώμα να ριζώσει και ν’ ανθίσει η λευτεριά.

Θα ‘ταν κάποιος άλλος να σου λέει «σ’ αγαπώ».
Ίδια τα λουλούδια, ίδιος ο ήλιος ,
ίδιος κι ο σταυρός µε την επιγραφή.
Κώστας Βασιλάκος
( Σκέψεις θραύσματα” / Άνεμος Εκδοτική)
Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 17 Νοεμβρίου 1973:










Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Θυμάμαι... (Μαρία Λαμπράκη)

Θυμάμαι...
Άπλωνε δίχτυα το φεγγάρι
αποθερίζοντας
τα τελευταία ίχνη
 του Καλοκαιριού
πάνω σε νωπά βήματα
στην βρεγμένη άμμο

Ο φλοίσβος των κυμάτων
ένα τραγούδι σιγανό
και συνάμα
Ερωτικό
Θυμάμαι...
Στεκόμουν στην άκρη
 της θάλασσας
αναδυόμουν μέσα σ' όνειρο
ως να έπαυα να υπάρχω

Είχα την αίσθηση...
Εκεί συναντηθήκαμε
 κοιτώντας με
ίσως, είναι το βλέμμα σου
το μόνιμο μου όνειρο

Γεμίζει με φως η ψυχή μου
αυτό το βλέμμα αναζητώ
ανάμεσα σε τόσα άλλα
Για να μου πει:
<<εγώ σε περίμενα.
 Πάντοτε σε περίμενα.>>

(Μαρία Λαμπράκη)