Σελίδες

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Το λευκό-άσπρο- στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη


“Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ’ απύθμενα

με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας

νύχτες και νύχτες

το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση

του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα

τη χαρά ως την άκρα απόγνωση…”

  Το λευκό για τον Ελύτη δεν είναι απλώς η απουσία χρώματος, αλλά η σύνοψη όλων των χρωμάτων και του φωτός, η «πρώτη ώρα» της δημιουργίας.

Οδυσσέα Ελύτη: «Η υπέρβαση και η γεωμέτρηση»

Μου αναλογεί το λευκό
Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.
Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.
Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.
Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.
Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.
Αλλά πώς να κάνω αλλιώς;
Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας,
με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα;
Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε.
Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στη μεταμόρφωση.

ΕΛΙΓΜΟΣ
Η θητεία του καλοκαιριού
Στα πεύκα και στα κύματα
Ένας έρωτας άσπρος και γλαυκός
Με γυμνές ώρες
Που κρατάν στα δάχτυλα την ύπαρξη
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας». 

 ΝΑΥΤΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ
 -Νονά των άσπρων μου πουλιών
Γοργόνα Ευαγγελίστρα μου!


 Τώρα με ψάθα γυριστή και με σαντάλια κόκκινα
Μ' ένα σουγιά στο χέρι
Πάει το ναυτάκι του περιβολιού 
Κόβει τα
κίτρινα σκοινιά
Λασκάρει τ' άσπρα σύννεφα  
 
από τη συλλογή Ήλιος ο Πρώτος

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Κοντά σου είδες ν' ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο,
άκουσες να σφυρίζει ένα καλάμι.
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες,
τα πιο χρωματιστά.

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο.
Παντελονάκι αέρινο,
στήθος του βράχου κρίνο του νερού.
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου!
από τον "Ήλιο τον Πρώτο"


Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες

Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
και κοιταχτήκαμε βαθειά μέσα στα μάτια
Μια πεταλούδα πέταξε απ' τα στήθεια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ' το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στην ποιητική συλλογή -Ήλιος ο Πρώτος

ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ
Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στην ποιητική συλλογή -Ήλιος ο Πρώτος
Το Άξιον Εστί (1959)

«Το Άξιον Εστί»  από το μέρος «Η Γένεσις» 
Εκεί μόνος απίθωσε
κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους
ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες  

Art
 PINO DAENI 

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
...................................................................
~Ο.Ελύτης~
" Άξιον εστί "

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ (1984)

ΔΕΥΤΕΡΑ. 4 Μ β
Απαλοί κόκκινοι λόφοι ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.
Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτε-
ρικός κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη.


Art by=George Hitchcock
Μ. ΤΡΙΤΗ

ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν
κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο
άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος. Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον /


 Η Τρελλή Ροδιά

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

«Μικρή πράσινη θάλασσα» του Οδυσσέα Ελύτη, από τη συλλογή «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά» 

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
.

Οφηλία / Πίνακας του Friedrich Heyser

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σου φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς 

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς -

Επιμέλεια ποιημάτων,Μαρία Λαμπράκη

Εν λευκώ

“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.
Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.
Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.
Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.
Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.
Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφτoβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”

(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης-Έτσι μύριζε το ύστερα από μια μικρή ανοιξιάτικη βροχή

Στη Μυρτώ

22.ΙV.46

Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη

Κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι

με τις ρίζες γιομάτες από χώμα                     

να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.

 

Σου είπα πως όταν ήμουνα παιδί

μου άρεσε να τυλίγομαι μες στο χώμα

και να μιλώ με τις μακριές σκουληκαντέρες

για τα μυστικά της γης.

Μου φέρνει η κάθε μια κι από ‘να  μήνυμα      

κι η φωνίτσα τους χάνεται μες στο θόρυβο    

που κάνουν οι λογής-λογής ρίζες

                      *                   

Όχι δε μου άρεσε να κοιτάζω τ’ αστέρια            

μου φαίνονταν σαν πολύ μακρινά και ξένα 

ο Ήλιος μου αρέσει πιο πολύ                          

ιδίως όταν το καλοκαίρι οι αχτίδες του

χορεύουν πάνω στο δέρμα 

τραγουδώντας ένα παράξενο τραγούδι

που τα λόγια του χάνουνται τώρα

βαθειά μες στη μνήμη μου.

 

Τότε για πρώτη φορά σκέφτηκα

να ταιριάσω τα τραγούδια

που άκουγα όλη μέρα

σ’ ένα μονάχα τραγούδι

που θα το λέγαμε όλοι μαζί.

Η σκέψη αυτή δεν ήταν εντελώς δική μου.

Άκουσα να τη λέει 

ένα μικρό πρασινοκίτρινο φυλλαράκι

που ξεπήδαγε κείνη τη στιγμή

μες απ’ το χλωρό κλαδί της μηλιάς μας.

 

Την άλλη μέρα ξύπνησα μαζί με την Αυγή     

κατέβηκα στα χορτάρια και κυλίστηκα 

μες στις δροσοσταλίδες.

Ανατρίχιασε όλο το κορμί μου  

δεν υπήρχε ούτε και το πιο μικρό μόριο 

πάνω στο δέρμα μου που να μην έλεγε  

κι ένα μικρό τραγουδάκι.

Τότε είπα το μυστικό μου στα χορτάρια

τα φυλλαράκια που ‘σαν κοντά 

σκύψαν το κεφάλι να κρυφακούσουν

πολλές σκουληκαντέρες κατέβηκαν

χαρούμενες βαθειά σ’ όλο τον κόσμο 

να πουν το μυστικό μας

κάθε σταγόνα γης ήταν τη μέρα κείνη

ευτυχισμένη...

 

Τότε τους είπα να ξαπλώσουμε ήσυχα

περιμένοντας να βγει ο ήλιος...

πραγματικά κάναμε με μιας

τόσο ησυχία

ώστε μπορούμε ν’ ακούμε

το μακρινό τραγούδι της Αυγής

που μοιάζει σαν κοράλι

περιχυμένο με λεπτά δάκρυα πουλιών...

Τι όμορφο που ήταν εκείνο το τραγούδι

θα μπορέσουμε άραγε να τραγουδήσουμε

έτσι όμορφα και μεις;

                       *

Όχι δε μου αρέσει τώρα πια το τραγούδι της γης.

Οι ρίζες σχίζουν το χώμα παράφωνα

κι οι αχτίδες φωνάζουν με ορμή και μανία.

Εμένα τώρα μου αρέσει το τραγούδι της Αυγής

όταν το ακούω νομίζω πως βρίσκομαι

στο δάσος με τα κοράλια περιχυμένα

από λεπτά δάκρυα πουλιών

μέσα στη γαλανή ανταύγεια του πρωινού.

 

Τα χορταράκια, τα φύλλα και τα σκουλήκια

μ’ απλώνουν σα λυγμό τα χέρια

και μου φωνάζουν παρακαλεστά

“Μείνε, σε λίγο θα βγει κι ο ήλιος

να τραγουδήσουμε μαζί”.

Μπορώ όμως να μείνω μακριά

απ’ το τραγούδι της Αυγής;

Για πρώτη φορά σκαρφαλώνω τη μάντρα

του κήπου μας κι ένοιωσα

σαν το φυτό που το τραβούν από τη γης του.

Βρέθηκα τότες μέσα σε άγνωστους δρόμους.

Στα μάτια μου όμως μπροστά τρεμοπαίζει

η ρόδινη ανταύγεια κι ήμουν ευτυχισμένος

που σε λίγο η επιδερμίδα μου θα λούζονταν

μέσα σε κείνο το εξαίσιο τραγούδι.

                          *

Καθώς βλέπεις, δεν είμαι τώρα πια παιδί

κι όμως ακόμα δεν κατόρθωσα να φτάσω  

τ’ όμορφο κείνο τραγούδι. 

Είμαι σχεδόν μετανοιωμένος

που άφησα τη μισή μου καρδιά

χωμένη μες στη γης.

Φοβάμαι αν θα με ξαναδεχτούν

οι αγαπημένοι μου φίλοι

κι αν θα με γνωρίσει η καρδιά μου

που τώρα πια θα ‘χει γίνει κι αυτή

ίσως λίγη χλόη

ίσως ένας μικρός θάμνος

με λίγα κόκκινα λουλουδάκια περιχυμένα

με λεπτές δροσοσταλίδες.

Θα ήθελα τόσο να ξαναγυρίσω στη γης.

Πόσα τραγούδια αλήθεια θα ξαναπούμε...

Και τώρα που ‘ρχεται το καινούριο καλοκαίρι

θα περιμένουμε τον ήλιο

να του πούμε πια το μυστικό μας 

και να πραγματοποιήσουμε  

το παλιό μας το όνειρο.

Μιχ. Γ. Θεοδωράκης

11.2.46

Αθήνα
Πηγή-https://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4493


Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Χρώματα κι αρώματα τ' Απρίλη!


Απρίλης
Δεύτερος γιος της 'Ανοιξης
και μόσχος
χαϊδεμένος.
Οι μοίρες του έδωσαν πνοή
μ' αγέρα μυρωμένο.

Οι μέλισσες για χάρη του
ετρύγησαν τη γύρη!
Νά' χει τη γλύκα του μελιού
να μην αναστενάζει.
Κι η γη που τον εγέννησε
μόνο καρπούς να βγάζει.
Ξανθός να λούζεται στο φως 
του 'Ηλιου την ημέρα 
και να κρατεί του φεγγαριού
το φυλαχτό στη χέρα.
Nα ' χει το 'Εαρ το γλυκύ
και το Χριστός Ανέστη!
Με πασχαλιές ολάνθιστες
τα όνειρα να θρέφει. (Μαρία Λαμπράκη)

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Μέχρι το τέλος η ψυχή


Παράξενη νύχτα...
Σε στήνει και σε βάζει στο σημάδι.
Κλείνεις τα μάτια, εύχεσαι ο στόχος να μην είσαι εσύ.
Η σιωπή σαν νεκροσέντονο τύλιξε την πόλη.
Μόνο ο Ιούδας, τρεκλίζει αποκαμωμένος στους δρόμους, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα του τα τριάκοντα αργύρια
Κάθε τόσο γυρίζει και φωνάζει: <<Δικός μου είσαι εσύ;>>
Κανείς δεν απαντά, ο τελευταίος που, απάντησε το πλήρωσε με σταυρικό θάνατο.
Δε βαριέσαι, μονολογεί..''Σε λίγο ξημερώνει ..''
''Δεν είναι τυχαίο.
Που κάθε καινούργια μέρα.
Ξημερώνει με το λάλημα του πετεινού.
Που μαρτυράει από παλιά.
Μια προδοσία.
''

Η φράση στα εισαγωγικά, ανήκει στον  Berthold Friedrich Brecht. ( Μαρία Λαμπράκη)
                                                          


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Αποσπάσματα από το «Παράθυρο» της Τέταρτης Διάστασης, του Γιάννη Ρίτσου

 Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο
κ' η επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυχτική
διαφάνεια -
[...]
[Από την έκδοση]


Η «Τέταρτη διάσταση» είναι το σημαντικότερο έργο του Γιάννη Ρίτσου και ένα από τα κορυφαία της νεοελληνικής ποίησης.

1956-1972

Ο ίδιος ο Ρίτσος θεωρούσε την «Τέταρτη διάσταση» ως «μια σύνοψη όλων των άλλων βιβλίων» του. Στην παρούσα μελέτη, ένας νεότερος ποιητής, ο Βαγγέλης Κάσσος, μέσα από την ανάγνωση της Τέταρτης Διάστασης, επιχειρεί μια προσέγγιση της «ποιητικής ιδεολογίας» του Γιάννη Ρίτσου. Σύμφωνα με την ανάγνωση αυτή, τέταρτη διάσταση είναι η ίδια η ποίηση. Μιλώντας ο Ρίτσος για την ποίηση μόνο με την ποίηση, υπερασπίζεται με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη θέση ότι η «ποιητική εξορία» δεν είναι καθόλου η φυσική σχέση του ποιητή με την Πολιτεία και ότι, αντίθετα, ο ποιητής θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο κοινό που τον ακούει. 
Για το φτάσιμο του ποιητή στην Ιθάκη του κοινωνικού χώρου, χρειάζεται να διανυθούν μεγάλες και δύσκολες κυρίως εσωτερικές αποστάσεις. Για την οδύσσεια αυτή της ποιητικής συνείδησης μιλάει ο Ρίτσος στην «Τέταρτη διάσταση».
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Στον τόμο περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές:

Το παράθυρο
Χειμερινή διαύγεια
Χρονικό
Η σονάτα του σεληνόφωτος
Αγαμέμνων
Ορέστης
Το νεκρό σπίτι
Η επιστροφή της Ιφιγένειας
Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού
Χρυσόθεμις
Περσεφόνη
Ισμήνη
Αίας
Φιλοκτήτης
Η Ελένη
Φαίδρα
Όταν έρχεται ο ξένος


Ρίτσος Γιάννης, Το παράθυρο, σχέδιο και εξώφυλλο Βασιλειάδης Β
(απόσπασμα)

(Δυο άντρες κάθονται σ’ ένα παραθαλάσσιο δωμάτιο κοντά στο παράθυρο. Φαίνονται παλιοί φίλοι, που είχαν καιρό ν’ ανταμώσουν. Ο ένας μοιάζει θαλασσινός. Ο άλλος -αυτός που μιλάει- όχι. Βραδιάζει αργά -ένα γαλήνιο ανοιξιάτικο απόβραδο, μενεξελί και πορφυρό. Η θάλασσα, αντίκρυ, λάδι, -φωτίζει με πολυκύμαντες ραβδωτές ανταύγειες τα πλευρά των καραβιών, τα σκοινιά, τα κατάρτια, τα σπίτια. Απλά και κάπως κουρασμένα στην αρχή) :

Κάθομαι εδώ στο παράθυρο· κοιτάω τους διαβάτες
και κοιτάζομαι μέσα στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι
μια σωπηλή φωτογραφία, μες στην παλιά κορνίζα της,
κρεμασμένη έξω απ' το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,
εγώ και το παράθυρό μου.
Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος
ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια -
ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα· η επίπεδη λάμψη απ' το τζάμι της
κορνίζας,
στιγμές-στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,
σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ' είμαι κρυμμένος
πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,
και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο
χωρίς κανένας να με βλέπει. Ελεύθερα· - τί να πούμε ;

Δεν μπορώ να σαλέψω· στην πλάτη μου
ο νοτισμένος ή πυρωμένος τοίχος· στο στήθος μου
το ψυχρό τζάμι· οι μικρές φλέβες των ματιών μου
διακλαδωμένες μέσα στο γυαλί. Κ' έτσι, πιεσμένος
ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι, 
δεν τολμώ να κινήσω το χέρι μου
να φέρω την παλάμη μου στα φρύδια όταν αστράφτει ο ήλιος
σαν αδυσώπητη δόξα· κ' είμαι αναγκασμένος
να βλέπω, και να θέλω, και να μην κινούμαι.


 Αν κάνω κάτι ν' αγγίξω, ο αγκώνας μου μπορεί να σπασει το τζάμι, και να μείνει μια τρύπα στο πλευρό μου, ανοιχτή στη βροχή και στα βλέμματα.
Αν κάνω πάλι να μιλήσω, ο αχνός της φωνής μου
θαμπώνει (όπως τώρα) το τζάμι
και πια δε βλέπω εκείνο που γι' αυτό θα 'θελα να μιλήσω.
Σιωπή και ακινησία λοιπόν. Μπορείς να πεις και υποκρισία,
γιατί γνωρίζεις, ίσως, πόσες κραυγές σταυρωμένες,
πόσες χειρονομίες γονατισμένες κατοικούν
πίσω απ' αυτή την κάθετη, κρυστάλλινη λαμπρότητα.

Ιδίως όταν βραδιάζει, τώρα με την άνοιξη, και το λιμάνι
είναι μια μακρινή φωτιά, χρυσή και κόκκινη,
μέσα στο σκοτεινό δάσος των καταρτιών, και νιώθεις
τα ψάρια, συμπιεσμένα απ' το νερό, ν' ανεβαίνουν
στην επιφάνεια μ' ανοιχτά τα στόματά τους σα μικρά τρίγωνα
αυτές τις ώρες το πυκνό φέγγος του νερού είναι ραγισμένο
από χιλιάδες ανοιγμένα στόματα μικρών ψαριών.


 Δεν αντέχει κανένας
αδιάκοπα κάτω απ' τον όγκο του νερού, σ' αυτά τα μυθικά, θαλάσσια δάση σε κείνη την ασφυκτική διαφάνεια με την απέραντη, επικίνδυνη θέα.
Το ίδιο θαρρώ πως δεν αντέχουν κ' οι φωτογραφίες πίσω απ' το
τζάμι τους
σ' όποια στάση, όσο ωραία, σ' όποια στιγμή της ζωής τους,
σε μια σταματημένη ηλικία, σε μιαν ώρα περήφανης αγνότητας,
με το εξαίσιο, νεανικό τους χέρι αφημένο στο κομψό τραπέζι του
φωτογραφείου
ή πάνω στο γόνατό τους, μ' ένα αμάραντο (φυσικά) λουλούδι στο
πέτο τους,
μ' ένα αδιόρατο, νικητήριο χαμόγελο στα χείλη τους,
όχι πολύ ανοιχτό, που να προδίδει υπεροψία,
ούτε πάλι κι ολότελα κλειστό, που να προδίδει υποταγή στη μοίρα.

Όμως ο χρόνος τούς παραμονεύει ολόκληρος, πριν και πέρα απ' την ωραία τους ώρα,
και τον θέλουν ολόκληρο το χρόνο τους, έστω κι αν χάσουν
αυτή την απολιθωμένη τους αξιοπρέπεια, αυτή
την υπέροχη στάση τους, προμελετημένη ή όχι -αδιάφορο,
έστω κι αν λιώσει ο όρθιος θρύλος τους σαν άσπρο κερί κάτω απ'
τη φλόγα των ματιών τους,
έστω κι αν διαψευστεί η νεότητά τους βγαίνοντας απ' το φέγγος του κρύσταλου.
Μα πάλι, ο φόβος μοιάζει μεγαλύτερος απ' την επιθυμία τους
ή ακριβώς ίσος· και τότε το χαμόγελό τους
είναι σαν ασημένιο ψάρι κι αυτό, επιμηκυμένο και σταματημένο
ανάμεσα σε δυο βράχια του βυθού -ή σαν ένα
τεφρό πουλί μ' ακίνητα φτερά, ισοζυγισμένο στον αέρα,
ασάλευτο μέσα στην ίδια του την κίνηση. Και μένουν οι φωτογραφίες
κλειστές εκεί, μ' όλη τους τη μετάνοια ή την τύψη, και την εχθρότητα ακόμη, 
χωρίς να βγαίνουν απ' την κορνίζα τους, απ' την επιθυμία τους και
το φόβο τους,
κατάντικρυ στον απαιτητικό ουρανό και στην άμετρη θάλασσα.

Γι' αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που μας προστατεύει
απ' το ίδιο μας το απέραντο. Κ' ίσως γι' αυτό
κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο, να βλέπω
τα νωπά χνάρια απ' τις πατούσες του βαρκάρη
πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο
σα μια σειρά μικρά, στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ' ένα παραμύθι.
Κι ούτε που πια καταλαβαίνω τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να καταλάβω.
Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαϊνό μπαλκόνι σιγοτραγουδώντας
για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης
στέκεται απορημένος, μ' ανοιχτά τα σκέλια,
μπρος στην περώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι
όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι
και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα.
Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους και στις μάντρες το σιγαλό,
 βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη
τα φανάρια του δρόμου, γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε
τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν·
βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες·
ο ήλιος ενός φευγαλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου·
τ' άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό κι αχνίζουν,
κ' είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι' αυτό ν΄ανάβουν μονομιάς τα φώτα θετικά για να διαλύσουν 
όλα μες στον ορισμό τους.
Αποσπάσματα από το «Παράθυρο» της Τέταρτης Διάστασης του Γιάννη Ρίτσου
                         

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Δέηση στον άσαρκο 'Ερωτα -Μαρία Λαμπράκη


Είναι κάποιες στιγμές
'Οταν η ανάγκη γίνεται
 ''μυτερή βελόνα''
έρχεσαι και
ακροβατείς
στα όρια 
της αντοχής μου.
 Ακριβώς
στην κόψη
του ελάχιστου.
Αρχίζει τότε
να βγαίνει
στην επιφάνεια
η επιθυμία
κλείνω τα μάτια
κι αφήνομαι
στην έξαψη της στιγμής.
Σε νιώθω
Να εισχωρείς μέσα μου
Χωρίς άγγιγμα
Χωρίς σώμα
Χωρίς φιλί
Αφήνομαι
Βυθίζομαι
Εξαγνισμένη
Στο Απολλώνιο
Φως σου

Στη δόνηση
Του πάθους
 
Στα ρίγη
Των στεναγμών.

Σε στιγμές μέθεξης
Μεταλαμβάνω
Τον 'Ερωτα
Προσκυνώ
Με ευλάβεια
Στον άμβωνα
 Του κορμιού σου.
Ξαναγιεννιέμαι
Ζωογονούμαι
Ενσταλάζω μέσα σου
Το μύρο των χυμών μου
Σπονδή
Βάλσαμο
Μέλι και ύδωρ
Θυμίαμα
Δέηση
Στον άσαρκο 'Ερωτα.


Μάριος Χάκκας-Αποσπάσματα απο τη συλλογή διηγημάτων "Ο Μπιντές"


Ένας χωρισμός

EBAΛEΣ τη γάτα στην καπελιέρα, μετά την κιλότα, ενώ έξω ο νέος εραστής σου κόρναρε. Bιαζόσουνα τόσο που φόρεσες πρώτα τις γόβες και μετά το καλτσόν.
Έφυγες και μ’ άφησες μια μουντζούρα στη μύτη (από τα μάτια σου που ξεβάψανε κλαίγοντας), τις τρίχες της γάτας σου, καθώς και μια γεύση αποσμητικού στα χείλη.
Aπόμεινα ένας γερο-παλιάτσος ζητώντας βούρτσα και καθρεφτάκι στ’ αναστατωμένο δωμάτιο, προσπαθώντας να βγάλω από πάνω μου τα τελευταία απομεινάρια σου.
Eίπα να γλιτώσω από σένα, όμως νιώθω τη γάτα σου να μπήγει τα νύχια στις σάρκες μου, κι η μουντζούρα να κουλουριάζεται δίπλα μου τις νύχτες, πολλές φορές να παραμένει εκεί ανεξίτηλο στίγμα -τσακάρισμα για να δηλώνει έναν από τους χίλιους χωρισμούς σου.
Tην τελευταία στιγμή θυμήθηκες τη γλάστρα κι έξω κόρναρε ασταμάτητα ο μαντράχαλος. Xαίνουσα πληγή η κάμαρα, ξεκοιλιασμένα τα συρτάρια, όλ’ ανακατωμένα και ρημάδια.

Ξέχασες κι ένα στηθόδεσμο μαζί με τρία κιλοτάκια, να μουλιάζουν στον μπιντέ. Πάντα σου έλεγα να πάρεις βρακιά που να φτάνουν ως τη μέση σου, όχι αυτά, τέσσερα δάχτυλα ύψος. Θα μου κρυώσεις και θα τρέχεις στους γιατρούς. Aλλά τι με νοιάζει τώρα; Tώρα για μένα μια κουκκίδα, στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που φεύγει, ο πανσές πανσές, κι η πεταλούδα πεταλούδα.
Aπό αυτή την ιστορία βγήκες πιο κερδισμένη. Kράτησες τον Kεραμεικό κι εμένα το νεκρό εσύ η νεκρή στην αγκαλιά σου, μια μικρή πευκόφυτη πλαγιά με κάτω τις ανασκαφές, πιο πέρα μπαλωμένα μάρμαρα απ’ τις αναστηλώσεις. Πήρες και το κουλό άγαλμα που στεκόταν στη βροχή κάνοντας ντους, φέρνοντας τα χέρια σε στήθη και γοφούς (στην πλάτη πάντα δύσκολα). Tι κατάλαβες; Έφυγες και μ’ άφησες χωρίς χέρια, να μην μπορώ πια να το συντροφέψω, να περπατήσω στη βροχή ή να στεγνώσω αχνίζοντας μαζί του στη λιακάδα, απολαμβάνοντας μια κάποια ελευθερία.
Tο κυριότερο: Πήρες τη γλάστρα με τις πεταλούδες που ’μοιαζαν πανσέδες.

Λέω να φύγω. Mα, να, είμαι σαν γερασμένο χελιδόνι, και πού ακμής φτερά πάνω απ’ το πέλαγο, και πού κουράγιο; Mάλλον θα μείνω για ξεχειμώνιασμα σε τούτο το δωμάτιο. Όχι πως με νοιάζει και πολύ η απουσία σου. Mη νομίσεις πως είναι αβάσταχτες οι συνθήκες. Kάπως να ξεχάσω, μια μικρή προσαρμογή και θα περάσει ο δύσκολος καιρός. Άλλωστε, μπορεί ο χειμώνας να ’ναι ήπιος, με σιγανές βροχές και λίγες λάσπες, κι όλα στεγνώνουνε στον επισκέπτη ήλιο, ψυχή, φτερά και μάτια.
Γέμισαν τα σταχτοδοχεία αποτσίγαρα, κλεισμένα τα παράθυρα κι η τσιγαρίλα δε λέει να σκεπάσει τ’ άρωμά σου.

Λέω να φέρνω καμιά γυναίκα να μου συγυρίζει. Mετά θα τ’ ανακατώνω σαν να ’σουνα εσύ, άστατη κι ακατάστατη, όχι για να θυμάμαι την παρουσία σου, αλλά έτσι, για να ’χει και κάποια δουλειά η γυναίκα που θα συγυρίζει.
Έχει και κάποιο όφελος αυτός ο χωρισμός. Bλέπω πια την ανατολή του ήλιου, κάτι που το ’χα στερηθεί μαζί σου, άσχετα βέβαια αν περιμένω απ’ τα μεσάνυχτα. Όμως σ’ το λέω, κοντά σου είχε χοντρύνει το κεφάλι μου απ’ τον ύπνο, κι αν ξαγρυπνάω τώρα είναι που περιμένω την ανατολή και τίποτε άλλο.
Όλοι οι σελιδοδείχτες στις πορνικές σκηνές του Xένρι Mίλερ. Όλα σου τα βιβλία φτηνά σέξι ρομάντζα, «H ωραία της ημέρας», «H ματωμένη κομπινεζόν». Tο προσφιλές σου βιβλίο «Kάμα Σούτρα», διαλυμένο, φύλλα και φτερά, ρούφηξες μέχρι τα εξώφυλλα. Όμως ο Θουκυδίδης που σου χάρισα, άκοπος. Kάθε φορά που το παρατηρούσα, μου ’λεγες πως είχε χαθεί ο χαρτοκόπτης. Tώρα ψάχνω και βρίσκω κάτω απ’ το κρεβάτι τρυπωμένους πέντε χαρτοκόπτες.

Δεν ήσουν άνθρωπος εσύ, δεν ήσουν. Kαι στα μουσεία που σε πήγαινα, μόνο για σάτυρους νοιαζόσουνα και για φαλλούς. Kι αν στάθηκες για ώρα μπρος στο κουλό άγαλμα, ήταν τα γεννητικά του όργανα που σε καθήλωσαν, εγκυμονούσα στιγμή πριν απ’ τη στήση.
Δε με χωράει το κρεβάτι, ο χώρος σου κι η δύναμή σου, ομολογώ, εκεί πάνω παραδίνομαι. Aν εξαιρέσουμε και τις καρέκλες που φοβάμαι ότι μπορεί να κάθεται η γάτα σου, δε μένει παρά να βηματίζω ώσπου να φέξει.
Tο πρόσωπό σου η νύχτα• η μέρα, τα μαλλιά σου. Aν ξαναμπλέξω με γυναίκα, θα ’ναι νύχτα τα μαλλιά της, το πρόσωπό της μέρα. Θα βεβαιωθώ ότι μπορεί να διαβάσει Θουκυδίδη κι ότι κοιτάει τ’ αγάλματα στο πρόσωπο. Όταν βγαίνουμε, θ’ ακουμπάει στα γόνατα την τσάντα. Δεν είμαι ζηλιάρης και σεμνότυφος, αλλά θέλω ησυχία κι ηρεμία, έστω ας είναι και νεκροταφείου.
Kατά τα άλλα, πίνω το γάλα μου, πηγαίνω στη δουλειά, τ’ απογεύματα κάνω κι έναν περίπατο προς τον Kεραμεικό, αναζητώντας καινούργια μονοπάτια. Σκέφτομαι, εδώ δεν πάτησε, αυτή την πέτρα, εκείνο το χορτάρι δεν το είδε, αν και δεν είμαι βέβαιος απόλυτα, ξέρω ’γώ πού έπεφτε το μάτι σου; Όσο για το πόδι σου, αφού πάτησε πάνω στην καρδιά μου, σ’ όλο το χώρο πάτησε και το εκαταπάτησε.

Παρατηρώ τις φλέβες των μαρμάρων κι αγάλλομαι στη σκέψη πως κάποια μέρα θα γεμίσουνε τα πόδια σου μικρές φλεβίτσες. Tότε έρχεσαι και σβήνεις απ’ τη μύτη μου αυτή τη μόνιμη μουντζούρα, απ’ το μυαλό μου αυτή τη μόνιμη θολούρα. Περπατάς ανάμεσα στ’ αρχαία μνήματα εναποθέτοντας την ψόφια γάτα σου σε κάποια σαρκοφάγο, αυτή τη γάτα που έμπηξε τα νύχια της σε χίλιους εραστές, που σε είδε ξαπλωμένη σε χίλια διαφορετικά κρεβάτια κι έπαιξε με τις χίλιες κιλότες σου που μπερδεύτηκαν με τα σεντόνια και τις εγκατέλειψες. Eπιστρέφεις κρατώντας αγκαλιά τη γλάστρα κι εγώ λέω στον εαυτό μου, μια κουκκίδα στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που έρχεται κι αυτοί οι πανσέδες μοιάζουνε πολύ με πεταλούδες.
Από τη συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές, Κέδρος 1970.

Μάριος Χάκκας, "Οι εξαιρετικές μου στιγμές"

Το πρόσωπό σου η νύχτα·
Η μέρα, τα μαλλιά σου.
Αν ξαναμπλέξω με γυναίκα
θα’ ναι νύχτα τα μαλλιά της,
το πρόσωπό της μέρα.

 -Εσύ αφανίζεις στο μαυράδι των ματιών σου τη γελοία καθημερινότητά μου, στα ψιχαλιστά ματάκια σου όλα γίνονται θολός ουρανός και γόνιμη μπόρα.
     - (…) όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο. 
"Όταν λείπεις, προσπαθώ να μετρήσω την κίνηση του ρολογιού, να δω το φως πώς αλλάζει. Ξέρω πως το ρολόι κινείται, πως το φως όσο πλησιάζει το βράδυ λιγοστεύει και σώνεται. Δε βλέπω τίποτα. Ούτε τη θερμοκρασία που κατεβαίνει μαζί με το βράδυ, ούτε το δέντρο πως μεγαλώνει. Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω, πολλές φορές ένα τίποτα. 

Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ’ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα. 

Όμως θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα σου, ίσως γιατί από κει αναπνέω, των παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ‘θελα πάντα να είναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο, ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά, καμίνι που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα που σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα"


"Κι εγώ που θα’ θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω,
όπως μιλάω, όπως περπατάω,
πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές,
γι’ αυτό και οι στίχοι μου σπάνιο"

Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας. Τέσσερα χρόνια αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή ∙ η προσφυγική συνοικία της Αθήνας έμελε να αποτελέσει συστατικό στοιχείο της προσωπικής μυθολογίας του συγγραφέα. Ως μαθητής και έφηβος, ο Χάκκας βίωσε τα τραγικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το 1950 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και υπηρέτησε στο πολιτικό στρατόπεδο της Γυάρου ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ερυθρού Σταυρού. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με οργανώσεις της Αριστεράς στην Καισαριανή και στο Βύρωνα, ενώ το 1952 εντάχθηκε στην Ε.Δ.Α. Συμμετείχε στην ίδρυση του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφτηκε στο τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 συνελήφθη βάσει του νόμου περί Ιδιώνυμου (ν. 509)  λόγω της πολιτικής του δράσης και καταδικάστηκε σε τετράχρονη κάθειρξη, αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Αίγινα. Στη φυλακή έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα.
 
Μετά την αποφυλάκισή του, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια βιοπορίστηκε, μεταξύ άλλων, ως πλασιέ. Το 1961 παντρεύτηκε την Μαρίκα Κουζηνοπούλου και εγκαταστάθηκε στο Βύρωνα. Από το 1964 ως το 1967 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής.
Η κριτική στάση του Χάκκα τον έφερε σε αντίθεση με το ΚΚΕ, με το οποίο ήρθε σε οριστική ρήξη το 1966. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία, ο Χάκκας συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για έναν μήνα στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου.
Το 1969 διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στα νεφρά, που επεκτάθηκε και στον πνεύμονα. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ταξίδεψε για εξετάσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, την Ελβετία, το Μιλάνο και τη Γερμανία.  Απεβίωσε στις 5 Ιουλίου του 1972 στο Διαγνωστικό Νοσοκομείο Πειραιώς.

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Χάκκα είναι η ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (1965), στην οποία διακρίνεται η επίδραση του Οδυσσέα Ελύτη. Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), που με ρεαλιστικό τρόπο αποτυπώνει τους μεταπολεμικούς προβληματισμούς του αριστερού χώρου. Όμως το έργο που καθιέρωσε τον Χάκκα ως δημιουργό ήταν η συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970): τα διηγήματα αυτής της συλλογής είναι δομημένα χωρίς επεισόδια. Απουσιάζουν η πλοκή και οι κεντρικοί χαρακτήρες. Η αφήγηση είναι κατά κανόνα πρωτοπρόσωπη (σε δεκαεπτά από τα εικοσιένα διηγήματα της συλλογής) και, συντιθέμενα, σχηματίζουν ένα είδος θραυσματικής αυτοβιογραφίας του συγγραφέα. Ο Χάκκας εδώ υπερβαίνει τους περιορισμούς της ρεαλιστικής αφήγηση και σε αρκετά σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό.  Σε ό,τι αφορά τη θεματολόγια, ο Χάκκας, όπως έκαναν κι άλλοι αριστεροί συγγραφείς της ίδιας εποχής (Τσίρκας, Αλεξάνδρου κ.ά.), ασκεί κριτική, όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στον δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.   

Το 1971 Χάκκας δημοσίευσε τα θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση και Τα κλειδιά, ενώ μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το μονόπρακτο Στον αστερισμό των διδύμων.

Λίγο μετά το θάνατό του εκδόθηκε επίσης και η συλλογή διηγημάτων Το κοινόβιο: σ’ αυτά τα διηγήματα το ύφος του Χάκκα είναι πιο ελεγειακό, καθώς ο συγγραφέας διαισθάνεται ότι έχει περιορισμένο χρόνο και γράφει στο κατώφλι του θανάτου.  Ο ίδιος εξάλλου έλεγε: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση…»


Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

'Ονειρο ήτανε...Μαρία Λαμπράκη



Χθες το βράδυ στ' όνειρό μου ήρθες και περπάτησες

Ονειρεύτηκα ό,τι ήμουν στη μέση μιας θάλασσας σμαραγδένιας/ ασημένια νύχτα με φεγγάρι.
Πως να στο εξηγήσω/ ήταν ένα ακαθόριστο θολό τοπίο/ σαν την αναμονή.
Περπατούσαμε μαζί στην άκρη τ' ονείρου/ ως κύματα μιας θάλασσας ταγμένης / στην παλίρροια του 'Ερωτα.

Ωσπου/ το ανέφελο τοπίο συννέφιασε απο την ένταση της παρουσίας σου/ κι άρχισε να βρέχει / αναπάντεχα / κι απο παντού.
Με ανέβασες τότε στη χαίτη τ' ανέμου καλπάζοντας στ' άπειρο. Μέχρι που τα σώματά μας «εξαϋλώθηκαν» σκορπίζοντας στο στερέωμα/ ίχνη φωτός.
Ξύπνησα αλαφροπατώντας σαν ίσκιος/ για να σ' αφήσω ήσυχος να φύγεις.
'Ονειρο ήτανε.