Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

«Θεός θα πει να κυνηγάς Θεό στον αδειανό αγέρα»

Φυσάει απόψε ο καιρός
παράξενη έρημιά...


Ενας αγέρας δυνατός μαστιγώνει την πόλη απο το πρωί, όλα υποκλίνονται στο πέρασμα του. Το τραγούδι του αργόσυρτο, λυγμικό. Ισως όμως, να 'ναι ο λυγμός της νύχτας πίσω απο τα κλειστά παραθυρόφυλλα, για όλους εκείνους που δεν μπόρεσαν ερωτικά να ταξιδέψουν.
Σαν φύλλο μετέωρο η ψυχή θροΐζει αγάπης προσευχές. Γιατί όπως αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης στην ''Οδύσσεια'',  «Θεός θα πει να κυνηγάς Θεό στον αδειανό αγέρα».

 


Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Μάγδα- Τάκης Σινόπουλος

Mεγάλο μαύρο φως.

Όλη τη νύχτα φως και τα μάτια της Mάγδας, τα πουλιά διασχίζοντας τα μάτια της Mάγδας, ένα πλήθος ταραγμένα πουλιά, προσπερνώντας τα τείχη της νύχτας, ύστερα το σκούρο κεφάλι, το σκούρο κορμί, πάνω στα χείλη η σκοτεινιά και χάραζε ένας άλλος έρωτας-όπως είναι στα όνειρα, δυο καθίσματα και παράθυρα δύο, και η πόρτα κι' ο κήπος.

Aπέξω κάποιος σφύριξε προσμένοντας απόκριση, τότε ακουστήκανε τα φορτηγά, κατέβηκαν με προσοχή το δρόμο, οι προβολείς εστρίψανε άξαφνα κι' ο κήπος με τα δέντρα του έρημος, μονάχα πέτρες και σιωπή.

Tο μισοσκόταδο πλημμυρισμένο πλούτος. Όλα  γινόνταν ένα δίχτυ αληθινό, τόσο μεγάλο, και παντού μέσα στο σπίτι, καθρέφτες ασάλευτοι, σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά, καθρέφτες αινίγματα, ώς το άπειρο βαθαίνοντας, δεν ήξερες πού είναι, ποιο είναι το πρόσωπό σου.

Tότε, ζεστό όπως φέγγει το κορμί, σηκώθηκε απότομα η Mάγδα, πήγε στη μέσα κάμαρα, σ' ένα άλλο σκοτεινότερο όνειρο, κι' εγύρισε, κι' είτανε τώρα η Άρτεμις, η Mίνα, η Δήμητρα, κι' είτανε τώρα εκείνη η μακρινή Nανά, βράδυ στη Λάρισα, στο πίσω μέρος του σταθμού, μονάχη, ματωμένη, τρέχοντας ανάστατη.

Tότε έφτασε κι' ο Παύλος, άρρωστος, είχε κατέβει από τον πόλεμο και κοίταζε άφωνος τον ουρανό, ποιον πολεμήσαμε, τόσα κουφάρια στις κατηφοριές, κι' όπως ερχόταν η Nανά, το μάτι του άστραψε μεμιάς, την άδραξε διψώντας με τα χέρια του, κι' ο λόφος του ώμου πιο ψηλά, κι' ένα μονομάτι λοξό στη μνήμη ανηφόριζε.

Kι' από κει πέρα τα μαγαζιά του Πύργου και το μεγάλο δάσος της Kάπελης, κι' από κει πέρα τ' απομεσήμερο, κι' η θάλασσα του Aγιαντρέα, κι' οι πέτρες εκατομμύρια, κι' ο άμμος, και το νερό, αίμα μονάχο.

Kι' όπως οι ντουφεκιές συνέχιζαν, θέριζαν κάτω την ακτή, λαχανιασμένοι εμείς συρθήκαμε, φεύγοντας η μέρα, τρυπώσαμε σε κείνη τη σιδερένια πόρτα και ξάφνου ο χτύπος πάνω απ' το κεφάλι μας κι' ύστερα
ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, έτρεμα ακούγοντας.

foto by
Noell S. Oszvald
  Bήματα ήρθαν κι' έφυγαν, ξαναγύρισαν, ξανάφυγαν, η Mάγδα εσπάραζε το χέρι της, ένα πουλί μες στο πουκάμισο, κοίταξα τότε το σημάδι στο λαιμό, πόσο θα σε φυλάξω ακόμα, νύχτωνε, πίσω από τον αυχένα τα μαλλιά τινάζοντας, σαν πολιτεία από την έκκρηξη.

Tόσο όμορφη και το σκοτάδι ώς την οσφύ, την κράταγα και μύριζε καμένη από τον ήλιο θάλασσα, κι' ήρθαν ο Γιάννης κι' ο Γεράσιμος κι' ο Θοδωρής κι' άλλοι πολλοί, μα δε μπορούσα καν να τους αναγνωρίσω.

Eίχαν περάσει τόσα χρόνια που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, πήρανε το ντουφέκι, το μαχαίρι, το μπαλντά, ότι μπορούσε ο καθένας, φύγανε, χαθήκανε στο μαύρο δρόμο,
σπαρμένον σίδερα και τζάμια, όπως τινάχτηκε η βεράντα με την έκκρηξη κι' όλο το σπίτι φαίνονταν γυμνό κι' έρημο ώς μέσα το εσωτερικό.

Kαι πάλι ακούστηκαν βήματα κι' άλλα βήματα.

Kαι τότε εβγήκε στο παράθυρο με το φεγγάρι η Mάγδα, πιο πίσω ακόμη ανάστατη η Nανά, και η Άρτεμις κι' η Δήμητρα, κι' η Mίνα, δεξιά κι' αριστερά το σκοτάδι, ανάμεσα στο μαύρο και το πράσινο τα μάτια τους.

Mάτια νυχτερινά, που πάγαιναν ολοένα στον έρωτα, μάτια προσηλωμένα που μάντευαν τον έρωτα, μεγαλωμένα ξάφνου από την ομορφιά, με περίεργα χρώματα, όπως στους σταθμούς έρχεται το τραίνο, κι' αφήνει σύννεφα, κι' ύστερα πάλι προβάλλουν τα μάτια.

Tότε το τραίνο πέρασε διασχίζοντας την κάμαρα, κι' εγώ μάζεψα με φόβο το πόδι μου, τ' άλλο χαμένο στα βουνά, στο ματωμένο πόλεμο, κι' όπως κρατούσα το χαρτί και το μολύβι στο χέρι μου, αρχίζοντας από τη φράση "μεγάλο μαύρο φως",

Tο χέρι μου έγραφε αυτό το ποίημα, το φως έστριβε από το χαρτί, το χαρτί σκοτείνιαζε, κατάλαβα η Mάγδα έφευγε το φεγγάρι έφευγε, κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια, στον κήπο, στα δέντρα, μονάχη ταξίδευε.

Όλα φεύγανε, κι' όπως είναι στα όνειρα, σταματείστε, με δύναμη, εφώναξα.

Mεγάλα φιμωμένα λόγια μού τίναζαν το στήθος.

Mεγάλα δάκρυα,

δάκρυα πολλά,

οληνύχτα μού ανεβαίναν πλημμύρα στα μάτια,

με πονούσαν, με καίγανε.
(από το Nεκρόδειπνος, Eρμής 1972)
ΠΗΓΗ

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Το παραμύθι των Χριστουγέννων-Ευγένιος Τριβιζάς- Hans Christian Andersen

Η ημέρα των Χριστουγέννων γεννά την ελπίδα για την ειρήνη, την αγάπη, την αλληλεγγύη, για έναν πιο φωτεινό κόσμο.
Δύο κόσμοι διαφορετικοί.
Ο κόσμος της χαρά και ο κόσμος της λύπης.
Ο κόσμος της μαγείας και ο κόσμος της πραγματικότητας.
Φταίει το πνεύμα των Χριστουγέννων; 
Τα ζόρια των καιρών; Αυτές τις ημέρες αναζητάμε την απόδραση μέσω της παραμυθίας.

Ας ελπίσουμε ό,τι η μαγεία των Χριστουγέννων θα αγγίξει για λίγο τις ζωές και εκείνων των ανθρώπων.
Μερικές φορές τα παραμύθια μπορούν να βγουν αληθινά εξάλλου είναι Χριστούγεννα..
Η “αστερόσκονη”βρίσκεται ακόμα σ' εκείνο το μπουκαλάκι, που κρύψαμε όταν ήμασταν παιδιά!


Ευγένιος Τριβιζάς: «Τα παραμύθια δεν κινδυνεύουν»

Χριστουγιεννιάτικα παραμύθια του Ευγένιου Τριβιζά 

Εὐγένιος Τριβιζᾶς - Ἕνα δέντρο, μιὰ φοράΔιήγημα, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Ἰούλιος 2007

(μετὰ τὶς μεγάλες πυρκαϊὲς σὲ Πάρθνηθα καὶ Ὑμηττό)

Τὸ δέντρο

Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας ἦταν κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε.
 Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε.
 Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ φύλλα του εἶχαν μαραζώσει, εἶχαν πέσει ἀπὸ καιρὸ κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό, σκονισμένο καὶ καχεκτικό.

Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τὴ δροσιά. 
Δὲν εἶχαν κελαηδήσει ποτὲ στὰ φύλλα του πουλιά, μὲ δυσκολία νὰ τὸ ἄγγιζε ποῦ καὶ ποῦ κάποια πονετικὴ ἡλιαχτίδα ποὺ γλιστροῦσε στὰ κρυφὰ ἀνάμεσα στὶς μουντὲς καὶ ἄχαρες πολυκατοικίες ποὺ τὸ περιστοίχιζαν.

Οἱ περαστικοὶ διάβαιναν δίπλα του μὲ ἀδιαφορία, βλοσυροὶ καὶ βιαστικοί, χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου σημασία, μερικοὶ μάλιστα πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπὸ κάστανα καὶ λερωμένα χαρτομάντηλα κι ἄλλοι φτύνανε στὸ χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω ἀπὸ τὴ ρίζα του.

Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, κατάλαβε ἀπὸ κάτι μηχανικοὺς μὲ σκοῦρες καμπαρντίνες καὶ κρεμαστὰ μουστάκια, ποὺ ἔσκυβαν καὶ μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί, ὅτι θὰ πλάταιναν τὸ δρόμο πλάι του. 
Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τὸ περίμενε; Θὰ τὸ πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; 
Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια;
Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά, καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. 

Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό. Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν...

Τὸ παιδί

Ἦταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲ ἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ σπιτιοῦ.
Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει.
Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά ῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του...

Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί...
Η συνέχεια /εδω 

Ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι (Ευγένιος Τριβιζάς)
Όλο το βράδυ χιόνιζε σιωπηλά, τόσο σιωπηλά που κανείς δέν το κατάλαβε .
Κι όταν ξημέρωσε ,φάνταζε πάλλευκη η πολιτεία .
Στη μεγάλη στρογγυλή πλατεία ,το μαρμαρένιο άγαλμα του ατρόμητου καβαλάρη
κόντευε να φταρνιστή από το κρύο .

 
Αυτός ο ατρόμητος καβαλάρης ,ξέρετε ,νόμιζε ότι όλη η πλατεία είναι δική του
και του κακοφαινόταν όταν γέμιζε με κόσμο .
Ιδιαίτερα δέν του άρεσαν τα παιδιά που έκαναν φασαρία και δέν έδειχναν καθόλου σεβασμό.

 
Γι’ αυτό ,εκείνο το χειμωνιάτικο το πρωινό που αρχίζει η ιστορία μας ,ήταν έξω φρενών με τα παιδιά
του δημάρχου ,τη Μαριάννα και τα δίδυμα .το Φανούλη και το Θανούλη,που τον σημάδευαν 
κι έριχναν χιονιές στη μύτη και στ’ αυτιά του .


Η Μαριάνα είχε ολόξανθα μαλλιά και φορούσε μενεξελί παλτό
μενεξελί κασκόλ και μπότες με χρυσά κουμπιά.
Τα δίδυμα που ήταν ολόιδια ,φορούσαν τα γκρίζα τους παλτά και δώστου όλοι
μαζί έριχναν ολοένα χιονιές στο άγαλμα του ατρόμητου καβαλάρη .


Οι πιό πολλές χιονιές δέν το πετύχαιναν ,αλλά μερικές τον πετύχαιναν κι ο μαρμαρένιος 
καβαλάρης σκεφτόταν τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε να κατέβει από το άλογο του 
και να τα ξυλοφορτώσει,
όταν τα παιδιά βαρέθηκαν αυτό το παιχνίδι κι αποφάσισαν να φτιάξουν ένα χιονάνθρωπο .
Αλλά ο ατρόμητος καβαλάρης και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος .


- Δέν μπορώ να καταλάβω γιατί φτιάχνουν χιονάνθρωπο, σκεφτόταν . Λές και δεν φτάνω εγώ 
για να στολίζω την πλατεία ! Άσε που ο χιονάνθρωπος – δεν μπορεί – θα λιώσει και είναι περιττό
να φτιάχνεις κάτι που κάποτε θα λιώσει . Τσουτ  τσουτ  τσουτ ! … τι ανόητη απασχόληση ! …

Σε λίγο ο χιονάνθρωπος ήταν έτοιμος  . Δηλαδή , όχι ακριβώς έτοιμος ,αλλά σχεδόν έτοιμος .
 
Η Μαριάννα του έβαλε τρυφερά δυο χαλικάκια στη θέση των ματιών .ο Φανούλης πέντε φουντούκια
για κουμπιά κι ο Θανούλης  έφερε απο το σπίτι το τσιμπούκι του μπαμπά ,
ένα ωραίο σκαλιστό τσιμπούκι από σπάνιο ξύλο βυσσινιάς ,
και το ‘ βαλε στου χιονάνθρωπου το στόμα .
- Τι όμορφος χιονάνθρωπος !
- Κύριος σωστός !
- Πώς να τον λέμε;
-Να τον λέμε Τουρτούρι ,πρότεινε η Μαριάνα κι ήταν τα χείλη της σαν κερασένια 
και γινόταν η ανάσα της αχνός .
 
<< Τουρτούρι ; μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο μαρμαρένιος καβαλάρης .
Άκου όνομα  ! Άκου όνομα !  Όνομα είναι αυτό ; 
Για να μείνεις στην ιστορία πρέπει να σε λένε η Μεγαλέξαντρο η Ναπολέοντα η έστω Ριχάρδο !
 
Να μου το θυμηθείτε ! Αυτός ο χιονάνθρωπος ό ‘τι και να κάνει ,δέν πρόκειται να μείνει στην ιστορία !
Με τέτοιο όνομα που έχει ,κανένας σοβαρός ιστορικός ,που σέβεται τον εαυτό του ,
δέν πρόκειται να τον μνημονέψει σε δερματόδετο ,ούτε βέβαια σε χρυσόδετο βιβλίο .
 
Τουρτούρι !  Χα ! Ας γελάσω ! >>
   Τα δίδυμα άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο με τ ‘ άλλα παιδιά .
 
Η Μαριάνα όμως έμεινε κοντά στον Τουρτούρι και τον καμάρωνε ,Ο χιονάνθρωπος είχε ύφος 
στοχαστικό και μια αδιόρατη θλίψη στο πρόσωπο του .
- Σ ‘αρέσει που σε φτιάξαμε ; ρώτησε το κορίτσι 
- Αμέ ! … ψιθύρισε δειλά ,πολύ δειλά ο χιονάνθρωπος .
 
Η Μαριάννα έμεινε για λίγο σιωπηλή . Μετά είπε : 
- Θέλω να ζήσεις για πάντα !
- Πόσο πάντα ; ρώτησε ο χιονάνθρωπος που δεν ήξερε πόσο μεγάλο είναι ένα <<πάντα>>
- Πάντα , πάντα , ΠΑΝΤΑ ! Να μη λιώσεις ποτέ ! Μου το υπόσχεσαι ;
- Αφού μου το ζητάς εσύ ,θα ζήσω για πάντα , πάντα ΠΑΝΤΑ .Δε θα λιώσω ποτέ !
  υποσχέθηκε ο χιονάνθρωπος χωρίς δισταγμό .
Αν καμιά χειμωνιάτικη νύχτα, την ώρα που κοιτάς απ' το θαμπό τζάμι του παράθυρου, δεις ένα χιονάνθρωπο να στρίβει τη γωνιά του δρόμου, μπορεί να κάνεις λάθος, μπορεί να μην είδες καλά, αλλά πάλι - ποιος ξέρει - μπορεί να είδες ένα χιονάνθρωπο που πηγαίνει στο Βόρειο Πόλο...
Το παραμύθι αυτό είναι η ιστορία ενός χιονάνθρωπου και ενός κοριτσιού. Ενός κοριτσιού που έφτιαξε ένα χιονάνθρωπο και του ζήτησε να μη λιώσει ποτέ...

Είναι η ιστορία όλων των κοριτσιών που φτιάχνουν ένα χιονάνθρωπο, όλων των χιονάνθρωπων που ξεκινάνε κάποιο πρωί για το μακρινό ταξίδι, το ταξίδι για το Βόρειο Πόλο...















Hans Christian Andersen: The Little Match-Seller
Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. 

Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα.

 Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. 
Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό, ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. 

Οἱ καρότσες περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ μισολειωμένο χιόνι.

Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο.


Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της. Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ φτωχὴ ὀρφανή. 
Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα.

Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε προσεκτικὰ στὸν κόρφο της.
 Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ μαλλάκια, βρέχοντας τὶς πυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ ὠχρὸ προσωπάκι της.

Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει.
Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. 

Πῶς νὰ γυρίσει νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη;
Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα ἐρημώσει.
 Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα, τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα.
Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ.
 Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. 

Δὲν εἶχε τίποτε νὰ τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. 

Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της;
Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ τρυφερότητα καὶ εὐτυχία.
Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ μαλακὸ χαλάκι. 
Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε. Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι. Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά.

Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε μαῦρο, καρβουνιασμένο.
Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. 
Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά.
Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. 
Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός...
Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη στοργικὴ ἀγκαλιά.
«Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα, ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».
Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια, πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα.
 «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη».
Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.

Χρόνια πολλά !
Χρόνια καλά!
Καλά Χριστούγεννα !

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Τα Νανουρίσματα στην ποίηση, μουσική και ζωγραφική


Νανουρίσματα, μικρά ποιητικά αριστουργήματα που επινοεί η μάνα καθώς αποκοιμίζει το μωρό της.
Στίχοι γεμάτοι ρόδα, κρίνα και παγόνια, Βυζαντινούς ρηγάδες και αρχόντισσες του ονείρου, ευχές και παινέματα για το μικρό παιδάκι, τo αστέρι στην αγκαλιά του κόσμου.

ΤΑ ΛΑΙΚΑ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ ΩΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΙΔΟΣ
Πλήρη αναφορά /ΕΔΩ

Νανούρισμα [Ματωμένος γάμος - Federico Garcia Lorca]
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Στίχοι/ μετάφραση: Νίκος Γκάτσος


Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ' άλογο μας το μεγάλο
Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ' άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Εχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ' αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά...

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι....

Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ' άλογό μας το καλό...

Μην έρχεσαι - μη μπαίνεις -
το παραθύρι κλείσ'το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ' όνειρα φυλλωσιάς.

Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου...

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής.

Γιάννης Ρίτσος - Πρωινό Άστρο.
Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.
...................................
Κοιμήσου,
Να μεγαλώσεις γρήγορα.

Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κι έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.
..................................
Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.

Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς, μακρύς ο δρόμος.
...................................

Τα δέντρα ανθίζουν,
δεν ξέρουν γιατί,
ανθίζουν.
Τα λουλούδια δε νοιάζονται
να γίνουν καρποί,
γίνονται καρποί.
Κι εγώ τραγουδάω,
δεν ξέρω γιατί,
τραγουδάω.
.............................
Έχω ένα κοριτσάκι
έχω ένα κοριτσάκι.
Είμαι ένα δέντρο μες στη μέση τ' ουρανού.
..........................................
Κράτησέ με, κοριτσάκι,
με παίρνει ο αέρας
πάνω απ' τα βουνά
ψηλά, ψηλά,
γαλανά φτερά,
φτερά, φτερά,
μια θάλασσα φτερά
η χαρά.

Κράτησέ με.
......................................
Μονάχα το χαμόγελό σου
ένας ρόδινος κρίκος να πιαστώ.
Κράτησέ με.
.............................
.

Μια κίνηση
του τρυφερού χεριού σου
έσβησε μεμιάς όλο το μαύρο.
Έτσι παιδί που μ' έκανες, παιδί μου,
πώς θα τα βγάλω πέρα από τους ίσκιους
που στέκουν και παραμονεύουν
πίσω από τ' ανθισμένο σου χαμόγελο;
..............................
Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι
εκείνο που έχεις γίνει,
είναι να γίνεις
ό,τι σου λέει
κι ο ρόδινος καρπός που πέφτει
κι η μακρινή σελήνη
στον κοντινό καθρέφτη.
Άλλη χαρά
δεν είναι πιο μεγάλη
απ' τη χαρά που δίνεις.

 
Art by Abbott Handerson Thayer - 1877
Ναζίμ Χικμέτ - "Νανούρισμα στο γιο μου"

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται μια θάλασσα απέραντη. Βουνά τα κύματά της, φουσκώνουν αφρισμένα, λυσσομανάνε...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται ένα καράβι, κι εσύ στη γέφυρα του καπετάνιου.
Στα δεξιά σου, το κύμα που χτυπιέται, και στα ζερβά σου... Για δες το που σε πολεμάει...
Μα μη σε νοιάζει, γιε μου, μη φοβάσαι! Οι μηχανές δουλεύουνε σαν την καρδιά σου. Το σκαρί γερό και το τιμόνι στα χέρια σου...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια. Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτου, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνου, το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει τον ουρανό...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Τι πολλά βιβλία είν' αυτά; Όλα τα έχεις διαβάσει; Ρυτίδες στο μέτωπό σου, τα μαλλιά σου κατάλευκα.
Τα μάτια σου είναι τα μόνα στη γη που έχουν καταλαβει. Το πρόσωπό σου όμορφο σαν την αιωνιότητα.
Μην αμφιβάλλεις, μη φοβάσαι μη και δε βρήκες ό,τι έψαχνες.
Διάβαζε πολεμώντας, διάβαζε αυτό που διαβάζεις χωρίς να το ξεχωρίζεις από τη μάχη...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Άκου, φωνές ακούς. Κοίτα τι όμορφα χρώματα που βλέπεις...
Τα χέρια σου χαϊδεύουν το μάρμαρο, και νά, του δίνουν το πιο σταθερό, πιο ζωντανό σχήμα...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...
Άφοβος σαν θαλασσινός,μάστορας δημιουργός,φιλόσοφος γνώστης  και καλλιτέχνης τολμηρός
- έτσι να γίνεις...
Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου, νάνι...

  Μπιέρνστιερνε Μαρτίνους Μπιέρνσον (Bjørnstjerne Martinus Bjørnson-Oi άγγελοι του ύπνου
Κοιμώταν το μικρό παιδάκι
-Στο μάγουλό του το χεράκι-

Κ' έτρεχαν αμέσως τ' αγγελάκια
Με χαρές με χίλια παιχνιδάκια.
Το παιδάκι σαν ξυπνούσε, τη μαμά του είχε στο πλάϊ:
"Μεσ' στον ύπνο το μικρό μου τι γλυκά που μου γελάει!"

Πήγε η μαμά σε κόσμον άλλο,
Κ' έγινε το παιδί μεγάλο.
Και κοιμώταν στο προσκέφαλό του
Με πικρά δάκρυα στο μάγουλό του.

Κ' άκουγε αμέσως γέλια, της μαμάς γλυκά λογάκια,
Γιατί όνειρα του φέρναν παιδακίσια τ' αγγελάκια.

Πέρασαν χρόνοι ακόμα λίγοι
Και κάθε δάκρυ του έχει φύγει.
Και κοιμάται πια χωρίς ελπίδες,
Όλο σκέψεις, έννοιες και φροντίδες.
Μα οι άγγελοι δεν φεύγουν, τις φροντίδες του κοιμίζουν.
"Έχε ειρήνη, όταν κοιμάσαι!" με αγάπη ψιθυρίζουν.

Ο Μπιέρνστιερνε Μαρτίνους Μπιέρνσον (Bjørnstjerne Martinus Bjørnson, 8 Δεκεμβρίου 1832 – 26 Απριλίου 1910) ήταν Νορβηγός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1903

Διαβάστε περισότερα /ΕΔΩ 


Charles West Cope (1811-1890) English painter

Μάνος Λοίζος-Νανούρισμα

Θα κεντήσω,πάνω στου αλόγου σου τη σέλλα
Με διαμαντόπετρες σωρό
του φεγγαριού το πήγαιν' έλα
στο πελαγίσιο το νερό

Αγόρι μου,αγόρι μου
αγόρι μου να σε χαρώ


Θα κεντήσω στ' ασημοπίστολα σου πλάι
της χελιδόνας το φτερό
κι έναν σταυρό να σε φιλάει
τις νύχτες που σε καρτερώ

Θα κεντήσω πάνω στο δίκοπό σου λάζο
το βλέμμα σου το καθαρό
αυτό το βλέμμα το γαλάζιο
που δε χορταίνω να θωρώ

Mother's Lullaby - Harry Roseland
  

Lullaby by Harry Roseland

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

 Το νανούρισμα
Διαβαίνει από το δρόμο η βασίλισσα,
κι όποιος την αγναντεύει τηνε χαίρεται,
 κι όποιος τη συντυχαίνει τηνε προσκυνά.
 Σαράντα μέρες έχει που ξεγέννησε
 πρωτόλουβο του θρόνου χρυσοβλάσταρο,
παιδάκι, σαν τον ήλιο βασιλόπουλο
 κι απάνου στις σαράντα βγήκε ολόφρεσκη. 


Και στη γωνιά του δρόμου ένας γέροντας
ακουμπισμένος παίζει με τη λύρα του.
  Και μες στη γλύκα πὄχει το δοξάρι του
 και μες στη λάβρα πὄχει το τραγούδι του

γελούν οι εμορφάδες της Ανατολής,
ο ήλιος, τα λουλούδια, οι γυναίκες της,
βογκούν οι ιστορίες της Ανατολής,
 τα πάθη κι οι ελπίδες και η δόξα της.

Διαβαίνει από το δρόμο η βασίλισσα,
 κι ο γέρος που τη βλέπει γλυκοτραγουδά.
«Μητέρα και κυρά μου και βασίλισσα!
Σαν το πετράδι μέσα σ’ αλαφρόπετρες,
 το φύλαγα για σένα τόσονε καιρό
μες στ’ άλλα μου τραγούδια το τραγούδι μου.

Σε χρόνια περασμένα, τον παλιό καιρό,
 Φράγκοι πατούν την Πόλη την απάτητη,
και στο σταυρό απάνου που κρατούσανε
  κι εδείχναν με καμάρι μάς σταυρώνουνε.
 Ύστερα ήρθ’ ο Τούρκος στα σημάδια τους,
 πρώτα το δρόμο Φράγκος τού τον έδειξε.
 Βάστα, καημένη Πόλη, βάστ’, Ανατολή,
τη φλόγα, το μαχαίρι, την ατίμωση!


Johann Georg Meyer von Bremen. (Bremen 1813–1886) 
 Εγίναν μαύρη στάχτη τα παλάτια σου,
 και κόκκινα ποτάμια τα σοκάκια σου

 και μακελειό και στάβλος η Αγιά Σοφιά.
 Κι επάρθ’ η παρθενιά σου η περήφανη,
 που ο κόσμος την προσκύνα κι έπαιρνε ζωή,
 με τα τρελά σου πλούτη, με τ’ αμέτρητα.
 Που αν θέλαν να ζυγιάσουν απ’ τη μια μεριά
 το βιος της οικουμένης κι απ’ την άλλη αυτά,
 θα βάραινε το ζύγι από τα πλούτη σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ξεσπιτωμένοι τρέχουν μες στην ξενιτιά
 στη γύμνι’ αδέρφια, αρχόντοι και φτωχολογιά.
 Και μια κυρά μεγάλη, ρήγισσα κυρά,
 στην εξορία σέρνει τα καμάρια της,

 τρία χλωρά κορίτσια και μωρό παιδί.

Τον πόνο της πατρίδος έχ’ η ρήγισσα
 κι έχει στα χείλη βούλα, πέτρα στην καρδιά.
 Kι οι ρηγοπούλες έχουν τη νεότη τους
κι έχουν στα χείλη μέλι, στην καρδιά φτερά·
και το βυζασταρούδι έχει τη μάνα του
και τη χρυσή του κούνια και τον ύπνο του,
  κι όταν το δέρνει αγρύπνια κι όνειρο κακό,
παράπονο το πιάνει κλαηματόπνιχτο·
— χαρά στα κλαηματάκια του μικρού παιδιού,
η μόνη λύπη πού ειναι να τη χαίρεσαι! —
 Τότε οι τρεις παρθένες οι γλυκόστομες
 αράδ’ αράδ’ αρχίζουν το νανούρισμα,

 να κλείσει τα ματάκια, ν’ αποκοιμηθεί.

— Πάρε μου, ύπνε, πάρε το παιδάκι μου,
και στόλισ’ το με γιούλια και γαρούφαλα
και θρέφ’ το με τα χάιδια και με τα φιλιά,
 το καημένο, το παραπονεμένο!


Τις ευωδιές του μόσχου δώσ’ του ανασασμό,
του έλατου το ψήλος δώσ’ του για κορμί,
 του λιονταριού τη ζόρη δώσ’ του λεβεντιά,
 το καημένο, το παραπονεμένο! —


Μα κλαίει ακόμα, κλαίει μες στην κούνια του,
κι η δεύτερ’ αδερφή του παίρνει το σκοπό.

Art by Innocenti Camillo
— Κοιμήσου, και για σένα κλώθ’ η μοίρα σου
 στ’ ανταριασμένο επάνου, στο ψηλό βουνό,
και τις σπηλιές σ’ τις φκιάνει χρυσοπάλατα· νάνι νάνι,
 ο πόνος σου να γιάνει!


Τ’ αγκάθια σού τα φκιάνει τριαντάφυλλα,
 σου κάνει τα χαλίκια διαμαντόπετρες,
σου δίνει και γυναίκα την Πεντάμορφη.
 Νάνι νάνι, ο πόνος σου να γιάνει!

Μ’ ακόμα κλαίει μες στην κούνια του
 80 κι αρχίζ’ η τρίτη κόρ’ η εμορφότερη· —

Σώπα, τρανέ μου αφέντη, κι αυτοκράτορα,
κι απ’ τη Χρυσή την Πύλη σαν αρχάγγελος θα νά μπεις μες στην Πόλη,
 στην Αγιά Σοφιά, Βασιλιά μου,
  ζωή μου και καρδιά μου! —

Μόλις χυθεί ο ήλιος της κορόνας σου
 θ’ ανοίξ’ η Ρωμιοσύνη σαν τα λούλουδα,
και θα σκορπίσει ο Φράγκος σαν την καταχνιά,
 Βασιλιά μου, ζωή μου και καρδιά μου! —

Σαν να ’νιωσε τα λόγια τα γλυκόλογα,

 στην όψη του ανθίζει το χαμόγελο,
 κι αντάμα κρυφοσειένται τα χειλάκια του,

σαν να ζητούν να μάθουν και να ξαναειπούν
 της τρίτης αδερφούλας το νανούρισμα,
 κι αποκοιμιέτ’ αμέσως το ρηγόπουλο…

Οι μοίρες εφυλάξαν το τραγούδι της,
και ριζικό το γράψαν στο βιβλίο τους·
περάσαν μέρες, μήνες, χρόνια πέρασαν,
 και το μωρό της κούνιας άντρας έγινε·
 κι απ’ τη Χρυσή την Πύλη σαν αρχάγγελος,
τρανός αφέντης, ρήγας, αυτοκράτορας,
 εμπήκε μες στην Πόλη, στην Αγιά Σοφιά·
 και χύνεται ο ήλιος της κορόνας του,
κι ανθίζει η Ρωμιοσύνη, σαν τα λούλουδα,
και χάνεται ο Φράγκος σαν την καταχνιά!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μητέρα και κυρά μου και βασίλισσα!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
— Και η φωνή του γέρου ετρεμούλιασε. Κι οι δοξαριές στα τέλια εσπαρταρίσανε. —

 Εκεί που παραστέκεις το παιδάκι σου,
 και εκείνο κλαίει και σκούζει μες στην αγρυπνιά,
 ένα τού πρέπει μόνο μες στην κούνια του,
 ένα τραγούδι πάντα να του λες γλυκά:
της τρίτης ρηγοπούλας το νανούρισμα!
Ποιός ξέρει, σαν και τ’ άλλο το ρηγόπουλο,
 μήπως αυτό προσμένει για να κοιμηθεί…
 Γιατί κι αυτό αν γεννήθη από βασίλισσα μες σε χρυσό παλάτι,
θρόνον αργυρό, δεν είναι το παλάτι που του γράφτηκε,
  δεν είν’ αυτός ο θρόνος που το καρτερεί!»
Μάρτιος 1884 *

ΠΗΓΗ


Ἀργύρης Ἐφταλιώτης -Νανούρισμα

Ἒλ᾿ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ καὶ γλυκοδρόσισέ το,
κατέβ᾿ ἀχτίδα τ᾿ οὐρανοῦ καὶ γλυκοχάιδεψέ το.
Νάνι, νάνι τὸ μωρό μου,
πᾶρε, ὕπνε, τ᾿ ἀκριβό μου.
Στ᾿ ἀγγελικό του πρόσωπο τῆς Παναγιᾶς ἡ χάρη
καὶ τοῦ παιδιοῦ της ὁ σταυρὸς στὰ στήθια του καμάρι.
Νάνι, νάνι στὸ μαντρί σου,
λαγιαρνάκι μου, κοιμήσου.
Τὰ ὄνειρ᾿ ἂς κατέβουνε χρυσὰ καὶ μυρωμένα
ν᾿ ἀνθοβολοῦν στὰ χείλη σου χαμόγελα σπαρμένα.
Νάνι, νάνι τ᾿ ἀγγελούδι,
νάνι, ἀμύριστο λουλοῦδι.
῾Λᾶτε, τρυγόνες, πεῖτε μου, τί λέτε στ᾿ ἀκριβά σας,
τὸ βράδι σὰν τὰ παίρνετε στὰ μαλακὰ φτερά σας.
Νάνι, νάνι τ᾿ ἀργυρό μου,
πᾶρε, ὕπνε, τ᾿ ἀκριβό μου.
Ἂν λέτε πῶς τρελαίνεστε, ἐγὼ νὰ πῶ πεθαίνω,
γιατί σεῖς τά ᾿χετε πολλὰ κι ἐγώ ᾿να τὸ καημένο.
Νάνι, νάνι τὸ μωρό μου,
νάνι τὸ μονάκριβό μου.
πηγη   

A Mother With Her Sleeping Child Leon-Jean-Basile
 
Νανούρισμα-Αρης Αλεξάνδρου
Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες
είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια
κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο και κούνια σου την πέτρα.

Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι
πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια
και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα.

Κοιμήσου κ’ έπιασε δουλειά των μπουμπουκιών η βάρδια
τα δέντρα ανασκουμπώθηκαν έβαλε μπρος ο γήλιος
να βγάλει το πεντάχρονο τα κόκκινα κεράσια.

Κοιμήσου και το Πάσχα μας προκήρυξη θα βγάλει
το γέλιο σου το σύνθημα καλοκαιριάς ελπίδα
να το μοιράσει η θάλασσα στων λιμανιών τις πόρτες.

Κοιμήσου και παράγγειλα στην ΕΣΣΔ ένα τραγούδι
να σου το λένε οι όμορφες να σου το λέει ο Μάης
να το χορεύει η ξεγνοιασιά ν’ ακούει ο κόσμος όλος.

Ποίημα της συλλογής «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946) που μετά δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. 
ΠΗΓΗ 

Το νανούρισμα της Παναγίας του Θωμά Κοροβίνη

Κοιμήσου τώρα που κανείς
δε θα’ ρθει να σε πάρει,
γιατί’ ναι η προίκα σου ο καημός
μαζί με τόση χάρη.

Ένας καημός αβάσταχτος,
η δύναμή σου, φως μου,
που απ’ τη θωριά σου  θα σκιαχτούν
οι δυνατοί του κόσμου.
Δε θα’ χει τόπο να κρυφτείς
απ’ το μεγάλο πόνο,
σαν πέσεις να προσευχηθείς
θα σε πετύχουν μόνο.
Οι πραίτορες κι οι δικαστές,
ο γύπας και το φίδι,
οι φαρισαίοι κι οι γραμματείς,
του Χάρου το λεπίδι.
Γιατί δεν πάτησες στη γη
στο φοβερό το βήμα
να δώσεις τόπο στην οργή
και άφεση στο κρίμα.
Ήρθες να διώξεις το άδικο
τον φθόνο να γκρεμίσεις,
για τη χλιδή του μαμωνά
φρικτά να μαρτυρήσεις.
Ποιος θρήνος, ποια κραυγή χωράει
το που θα πιω και που θα πιεις
φαρμάκι στο ποτήρι;
Ποιος τρυγητής και ποιος κιοτής
απ’ τη ζωή σου θα γευτεί
το μέλι και τη γύρη;
Ποιος Βαραββάς και ποιος ληστής
όταν εσύ θα σταυρωθείς
θα κάνει πανηγύρι;

Γκούσταφ Κλιμτ (Gustav Klimt)

Της  θάλασσας νανούρισμα
Στίχοι:  
Άντα Δούκα
Μουσική:  
Στέφανος Κορκολής
Έστειλα στον άνεμο μηνύματα
να παίξει με τα κύματα
για να με θυμηθείς
άνοιξα στα δυο όλα τα σύννεφα
το φως του Ήλιου πέρασα
να βρεις να ζεσταθείς.

Έσκυψα, κι ένα κοχύλι σου `δωσα
της θάλασσας νανούρισμα
για ν’ αποκοιμηθείς

κι ύστερα στην άμμο πάνω σ’ άφησα
κι από τα χείλη σου έφτασα
στην ψίχα της ζωής.
 
Art by elizabeth nourse
Nανούρισμα... Ποίηση: Federico Garcia Lorca. Ποιητική απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος. Μουσική: Χρήστος Λεοντής.  Ασημιά κουδούνια αντηχούν στον δρόμο πούθε πας μικρό μου ηλιοχιόνιστο - Πάω στις μαργαρίτες πέρα στο λιβάδι πράσινο λιβάδι - σα ζωγραφιστό - Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι πέρα είν' το λιβάδι - ώρες μακριά - Η δικιά μου αγάπη διόλου δεν φοβάται τ'ανοιχτό τ'αγέρι την δενδροσκιά - Τότε να φοβάσαι γιόκα μου τον ήλιο ακριβό μου αγόρι ηλιοχιόνιστο - Τα μαλλιά μου ο ήλιος τάκαψε για πάντα κι είμαι ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό

Αrt by Louis Janmot 

Κρητικό Παραδοσιακό Νανούρισμα, Lullaby Greek

Ερμηνεία : Αλεξία Χρυσομάλλη Πάρε το ύπνε το παιδί, Κι άμε το στα περβόλια Γέμισε τα στηθάκια του, Γαρύφαλλα και ρόδα Κοιμήσου εσύ μωράκι μου, Σε κούνια καρυδένια Σε ρουχαλάκια κεντητά, Και μαργαριταρένια. Κοιμήσου με τη ζάχαρη, Κοιμήσου με το μέλι Και νίψου με το ανθόνερο, Που νίβονται οι άγγελοι
Art by William-Adolphe Bouguereau - 1875
 

Νανούρισμα

Στίχοι: Γιώργος Τσέρτος Μουσική: Ηλίας Λιούγκος
Κοιμήσου άστρο φωτεινό,
σμίξε τα βλέφαρά σου
και θα 'ρθουν όνειρα γλυκά
ο Μάης μεσ' στη θωριά σου.

Αητός να γίνεις, να πετάς,
καράβι ν' αλαργιεύεις
κι αηδόνι γλυκολάλητο
τον πόνο να μερεύεις.

Κια σα δεντρί να απλωθείς
κλώνους χίλιους ν' απλώσεις,
κάθε κλωνί κι ένα καλό
στον κόσμο θε να δώσεις.

Κοιμήσου εσύ κι εγώ αγρυπνώ,
κοιτώ σε και δε χορταίνω,
μοσχοτριανταφυλλίτσα είναι
η πνοίτσα που ανασαίνω.
 Ο Γιοχάνες Μπραμς θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες κλασικής μουσικής του 19ου αιώνα.
Το 1868 έγραψε το παρακάτω νανούρισμα.
 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...