ΒΟΛΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
90 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1949-1999)
Αλέξη, ας το πάρουμε απόφαση:
προκοπή απ' τους όμορφους δεν έχει.
Είναι καιρός να κοιτάξουμε κι εκείνους
που χέρι δεν τους χάιδεψε ακόμα,
που τα κορίτσια δε γυρίζουν να τους δούνε,
που δεν τους αποθέωσαν στα γήπεδα.
Είναι καιρός να κοιτάξουμε τους άσκημους,
που γόνιμη προσφέρεται η μοναξιά τους.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ρήμαγμα
Τις παγωμένες νύχτες,
όταν κι ο τελευταίος τράχηλος σʼ αρνείται,
ποια αρετή σου μένει ακόμη να ρημάξεις,
ποια χαρά να στολίσεις τα όνειρα σου,
ποια αθωότητα να δικαιωθείς;
Τις παγωμένες νύχτες,
ψυχή μου, πως αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα,
εσύ που αναζήταγες τον ουρανό;
ΝΕΚΡΗ ΠΙΑΤΣΑ - ΝΕΩΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1990-1996)
"Ποίηση 1453":
Κανένας βασιλιάς του Βυζαντίου δεν έγραψε ποτέ
ποιήματα, ενώ οι σουλτάνοι ήταν όλοι ποιητές,
διατείνεται ο Τουργκούτ Οζάλ.
Πόσο ποιητές μπορεί να ήταν οι σουλτάνοι, που
η χατζάρα τους κολύμπαγε στο αίμα των θυμάτων
τους; Ενώ ο τελευταίος Παλαιολόγος, το ένα
και μοναδικό του ποίημα, το 'γραψε με το ίδιο του
το αίμα
[Από την ενότητα Νεκρή πιάτσα]
Παλιό, ακατοίκητο αρχοντικό, με κήπο στο βάθος, και στην άκρη του κήπου ένα εκκλησάκι. Μια τρελή, που ζούσε εκεί μέσα ολομόναχη, άναβε κάθε βράδυ το καντήλι. Το έβλεπα, από μια χαραμάδα στο πορτάκι του κήπου, να λαμπυρίζει μέσ’ από τις φυλλωσιές, και γαλήνευε η ψυχή μου.
Η διάθεσή μου ήταν σχεδόν πάντα χαλασμένη, καθώς τα βράδια επέστρεφα στο σπίτι γυρνώντας από το ερωτικό μου δωμάτιο. Δεν ξέρω πώς, αυτό το καντήλι είχε γίνει η πιο κρυφή παρηγοριά μου. Και καταλάβαινα γιατί χιλιάδες άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο ακόμη εξακολουθούν ν’ ανάβουν το καντήλι τους.
Ένα βράδυ, το βρήκα σβηστό. Κάτι είχε πάθει, φαίνεται, η τρελή. Λίγο αργότερα έχασα κι εγώ το ερωτικό μου δωμάτιο κι έπαψα πια να περνάω από κείνο τον δρόμο. Κανένα καντήλι δεν παρηγόρησε από τότε τη ζωή μου.
Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (1986)
Τα Πεζά ποιήματα αποτελούνται από τις ποιητικές συλλογές Νεκρή Πιάτσα και Η πιο βαθιά πληγή.

[Ενότητα Νεκρή πιάτσα]
Ήμουν σκυμμένος πάνω από τον τάφο της μητέρας μου, τακτοποιώντας τα λουλούδια που της πήγα, όταν κατάλαβα πως κάποιος είχε έρθει και στεκόταν από πίσω μου. Γύρισα κι είδα μια αδερφή, από αυτές που συναντούσα χρόνια στο Βαρδάρι. «Έχετε εδώ τη μητέρα σας;» με ρώτησε ευγενικά. Βαμμένα μαλλιά, γυναικωτά φερσίματα, η γνωστή θηλυπρεπής φωνή. «Βλέπω, την περιποιείστε πολύ», συνέχισε· «όμως δε νομίζετε πως αυτές οι μάνες μάς κατέστρεψαν; Αν σήμερα σερνόμαστε στο Βαρδάρι, αυτές δεν είναι η αιτία;» «Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε για ευθύνες επάνω σ’ έναν τάφο», είπα με δυσφορία· «πάντως να ξέρετε ένα πράγμα: Αυτοί που δε λατρεύουνε τους πεθαμένους τους, δεν έχουνε αγάπη ούτε για τους ζωντανούς. Ίσως αυτό να οδήγησε τους πιο πολλούς μας στο Βαρδάρι – όχι η μάνα μας.»
Όταν απομακρύνθηκε, το μικρό νεκροταφείο ξαναβρήκε τη γαλήνη του. Σκυφτές γυναικούλες, εδώ κι εκεί, άναβαν με ευλάβεια τα καντήλια.
Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (εκδ. Ιανός, 2004)

[Ενότητα Νεκρή πιάτσα]
Όταν πέθανε η μητέρα μου, είπα να μοιράσω τα λίγα ρούχα της στους φτωχούς. Ρώτησα μια γειτόνισσα μήπως ήξερε καμιά φτωχιά γριούλα· μου απάντησε πως δεν υπήρχαν πια φτωχοί. Τα ίδια μου είπε και μια κυρία που κρατούσε το ταμείο των πτωχών στην ενορία μας: «Κανείς πια δε φοράει παλιά ρούχα. Μπλουζάκια ολοκαίνουρια τα βλέπεις στα σκουπίδια.»
Είδα κι απόειδα, αποφάσισα να τα κρατήσω. Δε θα μου έπιαναν τόπο, χώρια που κάθε ρουχαλάκι θα μου θύμιζε και μια εποχή. Άλλωστε, μπορεί και πάλι να ’ρχονταν δύσκολοι καιροί, τότε που ανοίγεις με απόγνωση παλιά μπαούλα κι ανακαλύπτεις ξεχασμένα στον πάτο τους ένα σωρό χρήσιμα πράγματα, και δοξάζεις τον πανάγαθο που δεν τα είχες πετάξει.
Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (εκδ. Ιανός, 2004)
Ντίνος Χριστιανόπουλος, Σταυροκοπιέται
[Ενότητα Νεκρή πιάτσα]
Στρογγυλοκαθισμένη, προσέχει τις εκκλησίες της Εγνατίας και κάθε λίγο κάνει ευλαβικά τον σταυρό της. Δε βλέπει το ετοιμόρροπο γεροντάκι, που στέκεται όρθιο μπροστά της κοντεύοντας να καταρρεύσει σε κάθε τράνταγμα του λεωφορείου.
Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (εκδ. Ιανός, 2004)
Τα Πεζά ποιήματα αποτελούνται από τις ποιητικές συλλογές Νεκρή Πιάτσα και Η πιο βαθιά πληγή.

Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή. Ο κόσμος βρήκε θέαμα. Μονάχα ένα κοπρόσκυλο δε δίνει σημασία. Πέτυχε ένα κόκαλο σε μια σακούλα και προσπαθεί να την ξεσκίσει. Δείχνει ευτυχισμένο. Δεν περιμένει τίποτα απ’ τις ιδεολογίες.
Από τη συλλογή Πεζά ποιήματα (εκδ. Ιανός, 2004)
Τα Πεζά ποιήματα αποτελούνται από τις ποιητικές συλλογές Νεκρή Πιάτσα και Η πιο βαθιά πληγή.

[Ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)]
Η νύχτα επιδεινώνει τη μοναξιά,
καλλιεργεί τα κρυφά μας ερείπια.
Η νύχτα επεξεργάζεται την ομορφιά,
καταρρακώνει την ικεσία μας.
Η νύχτα ξεκουμπώνει τις φλέβες μας,
βρίσκει κρυμμένα τα όνειρά μας και τα τρώει.
Η νύχτα πετσοκόβει την τρυφερότητα,
ανανεώνει τις πληγές μας –
και σαν εξασφαλίσουμε κάνα κορμί
αμέσως αμολάει τα φεγγάρια της.

Αυτό το μέρος το λέγαν Μυγδαλιές.
Τις πρόλαβα. Μοσκοβολούσε ο τόπος.
Φίσκα η αγράμπελη, κι ένα ρυάκι
κατέβαζε ξερόφλουδα απ’ τα αλώνια.
Εδώ ερχόμασταν τα βράδια για κορμί.
Σιγά σιγά τις κόψαν όλες. Ένα ένα
ξεφύτρωναν στη θέση τους σπιτάκια.
Πρώτοι εμείς τα εγκαινιάζαμε. Η αγάπη μας
ζυμώθηκε στις σκαλωσιές και τα τσιμέντα τους.
Τώρα δεν έμεινε ούτε μία μυγδαλιά.
Γέμισε ο τόπος μαγαζιά και κατοικίες.
Μας έφαγαν ακόμα ένα τσαΐρι.
Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960)