Σελίδες

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Νίκου Εγγονόπουλου, «Ένα τραγούδι για το φεγγάρι»

«Τα παλαιά φεγγάρια, απάντησε, κομματιά-
ζονται και γίνονται αστραπαί. Δεν βλέπεις
ότι, οσάκις βροντά, πώς λάμπουν σαν σπαθιά;»
«Ο Νασρ-εδίν και τα ανέκδοτα αυτού»
τα πιο ωραία τραγούδια
είν' τα τραγούδια του φεγγαριού
υπάρχουν φυσικά
κι' άλλα τραγούδια
πολλά
κι' ωραία
—τί λέω: υπέροχα—
όμως τα πιο ωραία
πρέπει νάν το παραδεχτούμε
είν' τα τραγούδια
των φεγγαριών
όταν
tes seins ruissellent d' argent
φεγγάρια
σαν δε φοβήθηκες τις επαφές και τις θωπείες και τις ερωτήσεις νηρηΐδων
φωνάζοντας
μέσα στη νύχτα
ο πετεινός
δεν εννοεί ακριβώς τίποτε
ούτε τις πρόγνωσες καιρού που τ' αποδίδουν
ούτε τις
φώκες
που χορεύουν μέσα στης Δήλου τα σκοτάδια σαν ξωθιές
κι' από μακρυά κι' από κοντά
είναι σα φλόγες ψυχρές
και μειδιά
φεγγάρια
οι κόρες με τις κόρες των ματιών τους αραδιάζουν
τα παραδείσια κάλλη τους
φεγγάρια
κι' έτσι αραδιάζουν και στους τοίχους ποιητάς
κι' άλλος κρεμιέται κι' όλο μιλάει για στίχους
και στύβει την καρδιά του
σα σφουγγάρι
να τρέχουν τα αίματα μ' ανταύγειες
αργυρές φεγγάρια
η γιαγιά κλώθει το τριφύλλι
ο τρελός μετρά την καταιγίδα
καπνοί του στερεώματος
σαν στέμμα
κάποτε ζώσαν τη ζωή και τώρα
ρυμουλκά θανάτου
πώς σωπαίνουν
χλωμά των Επιτάφιων λουλούδια
σεις
φεγγάρια
θάρθω στα μουσικά τρισάγια της οργής σου
βουβός κι' άσκεπος
με χέρια να μετρούν τα χρόνια
να σου ραβδίσω μέσ' στα μάτια
σου
τα χιόνια
που λάμπουνε σπαρμένα ναφθαλίνη κι' άστρα
μακρές δεντροστοιχίες ορχουμένων
σε πουλημένης σου μνηστής τις κλάψες
να χορτάσω
τα άσπρα μούρα
που
κρεμούνε
στα μαλλιά σου
τα φεγγάρια
πίσω δε θα γυρίσει —το γνωρίζω—
αυτό το λίγο που έχει απομείνει
απ' τη ζωή
των φεγγαριών κοντά σου ρόδα ανέμων
ναρκισσευτής της καταχνιάς
τα σιντριβάνια
πώς ιριδίζουν
μουσικές χαμού και καταφρόνιας
ψηλά τα χέρια ας σηκωθούν
μέσ' στις παλάμες
να συγκεντρώσουμε τα νάματα
μιας ιδιαίτερης σοφίας
που δίνουν
σε όσους τα παρακαλούν με πάθος
τα φεγγάρια
ωρισμένως αυτό το τραγούδι προκαλεί θλίψη
σ' αυτόν που το διαβάζει
και σ' αυτόν όπου τ' ακούει
όμως απ' την αρχή δεν τόχαμε κρυμμένο:
αν είν' τα ωραιότερα τραγούδια
είν' φυσικά και τα πιο
γεμάτα πίκρα
τα τραγούδια που έχουν γραφή
για τα φεγγάρια
εξαίρεση —σημειώσατε— σε τούτο τον κανόνα
είν' τα τραγούδια που έχουν γραφή κοντά
σε καταρράχτες
κι' άλλα πάνω σε καταποντιζόμενο
καράβι
—ενώ η σειρήνα σεγκοντάρει αναμαλλιάρα—
κι' άλλα που ετραγούδησε
κόρη
με άρπα
κάτω από μαδημένο άγαλμα παληάς θεάς
που να το
λούζουν
τα φεγγάρια
κλείσε τις γρίλλιες κι' αφουγκράσου όξω ποιος περνάει
τα βήματα που ηχούν
είν' το φεγγάρι
π' ανατέλλει
σκέψου τη θάλασσα κι' αποκοιμήσου
σκέψου τον έρωτα και ξύπνα
λύσε της τα μαλλιά
και να τα περεχάς
φεγγάρια
τα φεγγάρια πίσω από τα δέντρα
σαν τρίλλιες πιάνου μάς θυμίζουν την Ελλάδα
με τα σουραύλια τα λιμάνια της τους θρύλλους
η Γενοβέφα τον Ερωτόκριτο
για εραστή χαίρεται τώρα
του Πλάτωνα η στάμνα
—ως την πήγαινε στη βρύση—
του ξέφυγ' απ' τα χέρια και κοίτεται συντρίμμια
(μέσ' στις οξυές της ρεματιάς
αμνοί εξιλαστήριοι οι αντάρτες)
ροδόσταμα και σπέρμα γίνοντ'
ένα
σαν λούζουν
την Ελλάδα
τα φεγγάρια
κοιμάσαι και τα βλέφαρα
και τα βυζιά σου ερεθίζουν
τους επιδέξιους τοξευτές στις πολεμίστρες
βρεθήκαμε πάλι εδώ
στον κάμπο
στο Εξαμίλι
η χέρα μου είναι της πλύσης σου η σκάφη
κι' από πολύ κοντά τώρα ακούω
το σπαραγμό που δέρνεται μέσα στα στήθια σου
το ρέκασμά σου
ερωτική τρυγόνα
ενώ
απάνω στα σφουγγάρια
λάμπουν
τα
φεγγάρια
πάνω στις στέγες καπνοδόχες
πρωϊνές «κυράδες»
όλο νωχέλεια και μεγαλόπρεπη σαγήνη
προσμένουν τα περάσματα πουλιών του φθινοπώρου
—πολλά πουλιά κοπάδια
που φκιάνουν πάνω στον ουρανό σαν ένα γράμμα:
το γράμμα που ο καθείς προσμένει—
πάνω στις καπνοδόχες είν'
δυο περιστέρια
κάτω απ' τις καπνοδόχες
είναι δυο περιστέρια-χέρια
που ρίχνουνε λουλούδια άσπρα
—ίσως νάν' καμέλιες
γαρδένιες—
πάνω στα χνάρια τα εδικά σας
μαγικά
φεγγάρια
καβάλλα τ' άτι καβαλλάρη κι' άη Γιώργη
μέσ' στο ντουλάπι θάβρης τα κοσμήματα
όπου θα φέρης
για να σωθούν οι κρίνοι των παρθένων
όμως
όταν περνάς στις λίμνες
να φωνάζης
λόγι' αγάπης
στα νερά που
καθρεφτίζονται
φεγγάρια
χαίτες θεοί βαρούνε τις καμπάνες
μέσα στους κήπους που φωτίζουν
τα φεγγάρια
μυριόστομη απειλή οι κάλυκες της αμαρτίας
ρυπαρά παλάτια των τύψεων οι αγκινάρες
την πόρτα σου χτυπώ
έλα ν' ανοίξης
τ' άφταστο κάλλος σου
να δείξης
στα φεγγάρια
στα φρύδια σου εκρεμαστήκαν τα φεγγάρια
δύουνε τα φεγγάρια και πύρινη
ρομφαία
πίσω απ' το λόφο ιχνηλάτης
ο νέος Δίας
για στύψε την καρδιά σου:
θα χυθή ιδρώτας
ο ιερός ιδρώτας του δουλευτή τ' αδικοσκοτωμένου
και της μαχαίρας το λεπίδι
είναι φεγγάρι
η σκλαβιά —σωστά— πίκρες οπόχει
ελάτε όλοι και κάντε
το σταυρό σας
(ένας σταυρός ποτέ
δεν πάει χαμένος)
κυττάξτε
αλλά κυττάχτε γρήγορα:
δύει το φεγγάρι
[Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Β', Ίκαρος, Αθήνα 1985, σ. 150-156]
ΠΗΓΗ