EBAΛEΣ τη γάτα στην καπελιέρα, μετά την κιλότα, ενώ έξω ο νέος εραστής σου κόρναρε. Bιαζόσουνα τόσο που φόρεσες πρώτα τις γόβες και μετά το καλτσόν.
Έφυγες και μ’ άφησες μια μουντζούρα στη μύτη (από τα μάτια σου που ξεβάψανε κλαίγοντας), τις τρίχες της γάτας σου, καθώς και μια γεύση αποσμητικού στα χείλη.
Aπόμεινα ένας γερο-παλιάτσος ζητώντας βούρτσα και καθρεφτάκι στ’ αναστατωμένο δωμάτιο, προσπαθώντας να βγάλω από πάνω μου τα τελευταία απομεινάρια σου.
Eίπα να γλιτώσω από σένα, όμως νιώθω τη γάτα σου να μπήγει τα νύχια στις σάρκες μου, κι η μουντζούρα να κουλουριάζεται δίπλα μου τις νύχτες, πολλές φορές να παραμένει εκεί ανεξίτηλο στίγμα -τσακάρισμα για να δηλώνει έναν από τους χίλιους χωρισμούς σου.
Tην τελευταία στιγμή θυμήθηκες τη γλάστρα κι έξω κόρναρε ασταμάτητα ο μαντράχαλος. Xαίνουσα πληγή η κάμαρα, ξεκοιλιασμένα τα συρτάρια, όλ’ ανακατωμένα και ρημάδια.
Ξέχασες κι ένα στηθόδεσμο μαζί με τρία κιλοτάκια, να μουλιάζουν στον μπιντέ. Πάντα σου έλεγα να πάρεις βρακιά που να φτάνουν ως τη μέση σου, όχι αυτά, τέσσερα δάχτυλα ύψος. Θα μου κρυώσεις και θα τρέχεις στους γιατρούς. Aλλά τι με νοιάζει τώρα; Tώρα για μένα μια κουκκίδα, στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που φεύγει, ο πανσές πανσές, κι η πεταλούδα πεταλούδα.
Aπό αυτή την ιστορία βγήκες πιο κερδισμένη. Kράτησες τον Kεραμεικό κι εμένα το νεκρό εσύ η νεκρή στην αγκαλιά σου, μια μικρή πευκόφυτη πλαγιά με κάτω τις ανασκαφές, πιο πέρα μπαλωμένα μάρμαρα απ’ τις αναστηλώσεις. Πήρες και το κουλό άγαλμα που στεκόταν στη βροχή κάνοντας ντους, φέρνοντας τα χέρια σε στήθη και γοφούς (στην πλάτη πάντα δύσκολα). Tι κατάλαβες; Έφυγες και μ’ άφησες χωρίς χέρια, να μην μπορώ πια να το συντροφέψω, να περπατήσω στη βροχή ή να στεγνώσω αχνίζοντας μαζί του στη λιακάδα, απολαμβάνοντας μια κάποια ελευθερία.
Tο κυριότερο: Πήρες τη γλάστρα με τις πεταλούδες που ’μοιαζαν πανσέδες.

Λέω να φύγω. Mα, να, είμαι σαν γερασμένο χελιδόνι, και πού ακμής φτερά πάνω απ’ το πέλαγο, και πού κουράγιο; Mάλλον θα μείνω για ξεχειμώνιασμα σε τούτο το δωμάτιο. Όχι πως με νοιάζει και πολύ η απουσία σου. Mη νομίσεις πως είναι αβάσταχτες οι συνθήκες. Kάπως να ξεχάσω, μια μικρή προσαρμογή και θα περάσει ο δύσκολος καιρός. Άλλωστε, μπορεί ο χειμώνας να ’ναι ήπιος, με σιγανές βροχές και λίγες λάσπες, κι όλα στεγνώνουνε στον επισκέπτη ήλιο, ψυχή, φτερά και μάτια.
Γέμισαν τα σταχτοδοχεία αποτσίγαρα, κλεισμένα τα παράθυρα κι η τσιγαρίλα δε λέει να σκεπάσει τ’ άρωμά σου.
Λέω να φέρνω καμιά γυναίκα να μου συγυρίζει. Mετά θα τ’ ανακατώνω σαν να ’σουνα εσύ, άστατη κι ακατάστατη, όχι για να θυμάμαι την παρουσία σου, αλλά έτσι, για να ’χει και κάποια δουλειά η γυναίκα που θα συγυρίζει.
Έχει και κάποιο όφελος αυτός ο χωρισμός. Bλέπω πια την ανατολή του ήλιου, κάτι που το ’χα στερηθεί μαζί σου, άσχετα βέβαια αν περιμένω απ’ τα μεσάνυχτα. Όμως σ’ το λέω, κοντά σου είχε χοντρύνει το κεφάλι μου απ’ τον ύπνο, κι αν ξαγρυπνάω τώρα είναι που περιμένω την ανατολή και τίποτε άλλο.
Όλοι οι σελιδοδείχτες στις πορνικές σκηνές του Xένρι Mίλερ. Όλα σου τα βιβλία φτηνά σέξι ρομάντζα, «H ωραία της ημέρας», «H ματωμένη κομπινεζόν». Tο προσφιλές σου βιβλίο «Kάμα Σούτρα», διαλυμένο, φύλλα και φτερά, ρούφηξες μέχρι τα εξώφυλλα. Όμως ο Θουκυδίδης που σου χάρισα, άκοπος. Kάθε φορά που το παρατηρούσα, μου ’λεγες πως είχε χαθεί ο χαρτοκόπτης. Tώρα ψάχνω και βρίσκω κάτω απ’ το κρεβάτι τρυπωμένους πέντε χαρτοκόπτες.
Δεν ήσουν άνθρωπος εσύ, δεν ήσουν. Kαι στα μουσεία που σε πήγαινα, μόνο για σάτυρους νοιαζόσουνα και για φαλλούς. Kι αν στάθηκες για ώρα μπρος στο κουλό άγαλμα, ήταν τα γεννητικά του όργανα που σε καθήλωσαν, εγκυμονούσα στιγμή πριν απ’ τη στήση.
Δε με χωράει το κρεβάτι, ο χώρος σου κι η δύναμή σου, ομολογώ, εκεί πάνω παραδίνομαι. Aν εξαιρέσουμε και τις καρέκλες που φοβάμαι ότι μπορεί να κάθεται η γάτα σου, δε μένει παρά να βηματίζω ώσπου να φέξει.
Tο πρόσωπό σου η νύχτα• η μέρα, τα μαλλιά σου. Aν ξαναμπλέξω με γυναίκα, θα ’ναι νύχτα τα μαλλιά της, το πρόσωπό της μέρα. Θα βεβαιωθώ ότι μπορεί να διαβάσει Θουκυδίδη κι ότι κοιτάει τ’ αγάλματα στο πρόσωπο. Όταν βγαίνουμε, θ’ ακουμπάει στα γόνατα την τσάντα. Δεν είμαι ζηλιάρης και σεμνότυφος, αλλά θέλω ησυχία κι ηρεμία, έστω ας είναι και νεκροταφείου.
Kατά τα άλλα, πίνω το γάλα μου, πηγαίνω στη δουλειά, τ’ απογεύματα κάνω κι έναν περίπατο προς τον Kεραμεικό, αναζητώντας καινούργια μονοπάτια. Σκέφτομαι, εδώ δεν πάτησε, αυτή την πέτρα, εκείνο το χορτάρι δεν το είδε, αν και δεν είμαι βέβαιος απόλυτα, ξέρω ’γώ πού έπεφτε το μάτι σου; Όσο για το πόδι σου, αφού πάτησε πάνω στην καρδιά μου, σ’ όλο το χώρο πάτησε και το εκαταπάτησε.
Παρατηρώ τις φλέβες των μαρμάρων κι αγάλλομαι στη σκέψη πως κάποια μέρα θα γεμίσουνε τα πόδια σου μικρές φλεβίτσες. Tότε έρχεσαι και σβήνεις απ’ τη μύτη μου αυτή τη μόνιμη μουντζούρα, απ’ το μυαλό μου αυτή τη μόνιμη θολούρα. Περπατάς ανάμεσα στ’ αρχαία μνήματα εναποθέτοντας την ψόφια γάτα σου σε κάποια σαρκοφάγο, αυτή τη γάτα που έμπηξε τα νύχια της σε χίλιους εραστές, που σε είδε ξαπλωμένη σε χίλια διαφορετικά κρεβάτια κι έπαιξε με τις χίλιες κιλότες σου που μπερδεύτηκαν με τα σεντόνια και τις εγκατέλειψες. Eπιστρέφεις κρατώντας αγκαλιά τη γλάστρα κι εγώ λέω στον εαυτό μου, μια κουκκίδα στην απόσταση είναι ένας άνθρωπος που έρχεται κι αυτοί οι πανσέδες μοιάζουνε πολύ με πεταλούδες.
Από τη συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές, Κέδρος 1970.
Μάριος Χάκκας, "Οι εξαιρετικές μου στιγμές"
-Εσύ αφανίζεις στο μαυράδι των ματιών σου τη γελοία καθημερινότητά
μου, στα ψιχαλιστά ματάκια σου όλα γίνονται θολός ουρανός και γόνιμη
μπόρα.
- (…) όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα
σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα
σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο.
"Όταν
λείπεις, προσπαθώ να μετρήσω την κίνηση
του ρολογιού, να δω το φως πώς αλλάζει.
Ξέρω πως το ρολόι κινείται, πως το φως
όσο πλησιάζει το βράδυ λιγοστεύει και
σώνεται. Δε βλέπω τίποτα. Ούτε τη
θερμοκρασία που κατεβαίνει μαζί με το
βράδυ, ούτε το δέντρο πως μεγαλώνει.
Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω,
πολλές φορές ένα τίποτα.
Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ’ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα.
Όμως
θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα
σου, ίσως γιατί από κει αναπνέω, των
παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ‘θελα
πάντα να είναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς
της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με
συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το
αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα
ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο,
ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά, καμίνι
που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες
πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα που
σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα"

"Κι εγώ που θα’ θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω,
όπως μιλάω, όπως περπατάω,
πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές,
γι’ αυτό και οι στίχοι μου σπάνιο"
Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας. Τέσσερα
χρόνια αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή ∙ η
προσφυγική συνοικία της Αθήνας έμελε να αποτελέσει συστατικό στοιχείο
της προσωπικής μυθολογίας του συγγραφέα. Ως μαθητής και έφηβος, ο Χάκκας
βίωσε τα τραγικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το 1950
αποφοίτησε από το γυμνάσιο και υπηρέτησε στο πολιτικό στρατόπεδο της
Γυάρου ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ερυθρού Σταυρού. Την ίδια
περίοδο συνδέθηκε με οργανώσεις της Αριστεράς στην Καισαριανή και στο
Βύρωνα, ενώ το 1952 εντάχθηκε στην Ε.Δ.Α. Συμμετείχε στην ίδρυση του
πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής (Φ.Ε.Ν.) και γράφτηκε στο
τμήμα πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, όμως δεν κατάφερε
να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 συνελήφθη βάσει του νόμου περί
Ιδιώνυμου (ν. 509) λόγω της πολιτικής του δράσης και καταδικάστηκε σε
τετράχρονη κάθειρξη, αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Αίγινα.
Στη φυλακή έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα.
Μετά την
αποφυλάκισή του, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια
βιοπορίστηκε, μεταξύ άλλων, ως πλασιέ. Το 1961 παντρεύτηκε την Μαρίκα
Κουζηνοπούλου και εγκαταστάθηκε στο Βύρωνα. Από το 1964 ως το 1967
διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Καισαριανής.
Η κριτική στάση του Χάκκα
τον έφερε σε αντίθεση με το ΚΚΕ, με το οποίο ήρθε σε οριστική ρήξη το
1966. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία, ο Χάκκας συνελήφθη ξανά και
φυλακίστηκε για έναν μήνα στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος
Παγκρατίου.
Το 1969 διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στα νεφρά, που
επεκτάθηκε και στον πνεύμονα. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του
ταξίδεψε για εξετάσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, την Ελβετία, το Μιλάνο
και τη Γερμανία. Απεβίωσε στις 5 Ιουλίου του 1972 στο Διαγνωστικό
Νοσοκομείο Πειραιώς.
Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Χάκκα είναι η ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (1965), στην οποία διακρίνεται η επίδραση του Οδυσσέα Ελύτη. Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966), που με ρεαλιστικό τρόπο αποτυπώνει τους μεταπολεμικούς προβληματισμούς του αριστερού χώρου. Όμως το έργο που καθιέρωσε τον Χάκκα ως δημιουργό ήταν η συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970): τα διηγήματα αυτής της συλλογής είναι δομημένα χωρίς επεισόδια. Απουσιάζουν η πλοκή και οι κεντρικοί χαρακτήρες. Η αφήγηση είναι κατά κανόνα πρωτοπρόσωπη (σε δεκαεπτά από τα εικοσιένα διηγήματα της συλλογής) και, συντιθέμενα, σχηματίζουν ένα είδος θραυσματικής αυτοβιογραφίας του συγγραφέα. Ο Χάκκας εδώ υπερβαίνει τους περιορισμούς της ρεαλιστικής αφήγηση και σε αρκετά σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό. Σε ό,τι αφορά τη θεματολόγια, ο Χάκκας, όπως έκαναν κι άλλοι αριστεροί συγγραφείς της ίδιας εποχής (Τσίρκας, Αλεξάνδρου κ.ά.), ασκεί κριτική, όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στον δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.
Το 1971 Χάκκας δημοσίευσε τα θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση και Τα κλειδιά, ενώ μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το μονόπρακτο Στον αστερισμό των διδύμων.
Λίγο μετά το θάνατό του εκδόθηκε επίσης και η συλλογή διηγημάτων Το κοινόβιο:
σ’ αυτά τα διηγήματα το ύφος του Χάκκα είναι πιο ελεγειακό, καθώς ο
συγγραφέας διαισθάνεται ότι έχει περιορισμένο χρόνο και γράφει στο
κατώφλι του θανάτου. Ο ίδιος εξάλλου έλεγε: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω,
μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από
τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας
στο λόγο μια τρίτη διάσταση…»

