Αποσπάσματα από το «Παράθυρο» της Τέταρτης Διάστασης, του Γιάννη Ρίτσου
Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο κ' η επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυχτική διαφάνεια - [...] [Από την έκδοση]
Η «Τέταρτη διάσταση» είναι το σημαντικότερο έργο του ΓιάννηΡίτσου και
ένα από τα κορυφαία της νεοελληνικής ποίησης.
1956-1972
Ο ίδιος ο Ρίτσος θεωρούσε
την «Τέταρτη διάσταση» ως «μια σύνοψη όλων των άλλων βιβλίων» του. Στην
παρούσα μελέτη, ένας νεότερος ποιητής, ο Βαγγέλης Κάσσος, μέσα από την
ανάγνωση της Τέταρτης Διάστασης, επιχειρεί μια προσέγγιση της «ποιητικής
ιδεολογίας» του Γιάννη Ρίτσου. Σύμφωνα με την ανάγνωση αυτή, τέταρτη
διάσταση είναι η ίδια η ποίηση. Μιλώντας ο Ρίτσος για την ποίηση μόνο με
την ποίηση, υπερασπίζεται με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη θέση ότι η
«ποιητική εξορία» δεν είναι καθόλου η φυσική σχέση του ποιητή με την
Πολιτεία και ότι, αντίθετα, ο ποιητής θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο
κοινό που τον ακούει. Για το φτάσιμο του ποιητή στην Ιθάκη του
κοινωνικού χώρου, χρειάζεται να διανυθούν μεγάλες και δύσκολες κυρίως
εσωτερικές αποστάσεις. Για την οδύσσεια αυτή της ποιητικής συνείδησης
μιλάει ο Ρίτσος στην «Τέταρτη διάσταση». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
Στον τόμο περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές:
Το παράθυρο
Χειμερινή διαύγεια Χρονικό Η σονάτα του σεληνόφωτος Αγαμέμνων Ορέστης Το νεκρό σπίτι Η επιστροφή της Ιφιγένειας Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού Χρυσόθεμις Περσεφόνη Ισμήνη Αίας Φιλοκτήτης Η Ελένη Φαίδρα Όταν έρχεται ο ξένος
Ρίτσος Γιάννης, Το παράθυρο, σχέδιο και εξώφυλλο Βασιλειάδης Β (απόσπασμα) (Δυο άντρες κάθονται σ’ ένα παραθαλάσσιο δωμάτιο κοντά στο παράθυρο. Φαίνονται παλιοί φίλοι, που είχαν καιρό ν’ ανταμώσουν. Ο ένας μοιάζει θαλασσινός. Ο άλλος -αυτός που μιλάει- όχι. Βραδιάζει αργά -ένα γαλήνιο ανοιξιάτικο απόβραδο, μενεξελί και πορφυρό. Η θάλασσα, αντίκρυ, λάδι, -φωτίζει με πολυκύμαντες ραβδωτές ανταύγειες τα πλευρά των καραβιών, τα σκοινιά, τα κατάρτια, τα σπίτια. Απλά και κάπως κουρασμένα στην αρχή) : Κάθομαι εδώ στο παράθυρο· κοιτάω τους διαβάτες και κοιτάζομαι μέσα στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι μια σωπηλή φωτογραφία, μες στην παλιά κορνίζα της, κρεμασμένη έξω απ' το σπίτι, στο δυτικό τοίχο, εγώ και το παράθυρό μου. Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια - ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα· η επίπεδη λάμψη απ' το τζάμι της κορνίζας, στιγμές-στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο, σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ' είμαι κρυμμένος πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο, και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο χωρίς κανένας να με βλέπει. Ελεύθερα· - τί να πούμε ;
Δεν μπορώ να σαλέψω· στην πλάτη μου ο νοτισμένος ή πυρωμένος τοίχος· στο στήθος μου το ψυχρό τζάμι· οι μικρές φλέβες των ματιών μου διακλαδωμένες μέσα στο γυαλί. Κ' έτσι, πιεσμένος ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι, δεν τολμώ να κινήσω το χέρι μου να φέρω την παλάμη μου στα φρύδια όταν αστράφτει ο ήλιος σαν αδυσώπητη δόξα· κ' είμαι αναγκασμένος να βλέπω, και να θέλω, και να μην κινούμαι.
Αν κάνω κάτι ν' αγγίξω, ο αγκώνας μου μπορεί να σπασει το τζάμι, και να μείνει μια τρύπα στο πλευρό μου, ανοιχτή στη βροχή και στα βλέμματα. Αν κάνω πάλι να μιλήσω, ο αχνός της φωνής μου θαμπώνει (όπως τώρα) το τζάμι και πια δε βλέπω εκείνο που γι' αυτό θα 'θελα να μιλήσω. Σιωπή και ακινησία λοιπόν. Μπορείς να πεις και υποκρισία, γιατί γνωρίζεις, ίσως, πόσες κραυγές σταυρωμένες, πόσες χειρονομίες γονατισμένες κατοικούν πίσω απ' αυτή την κάθετη, κρυστάλλινη λαμπρότητα.
Ιδίως όταν βραδιάζει, τώρα με την άνοιξη, και το λιμάνι είναι μια μακρινή φωτιά, χρυσή και κόκκινη, μέσα στο σκοτεινό δάσος των καταρτιών, και νιώθεις τα ψάρια, συμπιεσμένα απ' το νερό, ν' ανεβαίνουν στην επιφάνεια μ' ανοιχτά τα στόματά τους σα μικρά τρίγωνα αυτές τις ώρες το πυκνό φέγγος του νερού είναι ραγισμένο από χιλιάδες ανοιγμένα στόματα μικρών ψαριών.
Δεν αντέχει κανένας αδιάκοπα κάτω απ' τον όγκο του νερού, σ' αυτά τα μυθικά, θαλάσσια δάση σε κείνη την ασφυκτική διαφάνεια με την απέραντη, επικίνδυνη θέα. Το ίδιο θαρρώ πως δεν αντέχουν κ' οι φωτογραφίες πίσω απ' το τζάμι τους σ' όποια στάση, όσο ωραία, σ' όποια στιγμή της ζωής τους, σε μια σταματημένη ηλικία, σε μιαν ώρα περήφανης αγνότητας, με το εξαίσιο, νεανικό τους χέρι αφημένο στο κομψό τραπέζι του φωτογραφείου ή πάνω στο γόνατό τους, μ' ένα αμάραντο (φυσικά) λουλούδι στο πέτο τους, μ' ένα αδιόρατο, νικητήριο χαμόγελο στα χείλη τους, όχι πολύ ανοιχτό, που να προδίδει υπεροψία, ούτε πάλι κι ολότελα κλειστό, που να προδίδει υποταγή στη μοίρα.
Όμως ο χρόνος τούς παραμονεύει ολόκληρος, πριν και πέρα απ' την ωραία τους ώρα, και τον θέλουν ολόκληρο το χρόνο τους, έστω κι αν χάσουν αυτή την απολιθωμένη τους αξιοπρέπεια, αυτή την υπέροχη στάση τους, προμελετημένη ή όχι -αδιάφορο, έστω κι αν λιώσει ο όρθιος θρύλος τους σαν άσπρο κερί κάτω απ' τη φλόγα των ματιών τους, έστω κι αν διαψευστεί η νεότητά τους βγαίνοντας απ' το φέγγος του κρύσταλου. Μα πάλι, ο φόβος μοιάζει μεγαλύτερος απ' την επιθυμία τους ή ακριβώς ίσος· και τότε το χαμόγελό τους είναι σαν ασημένιο ψάρι κι αυτό, επιμηκυμένο και σταματημένο ανάμεσα σε δυο βράχια του βυθού -ή σαν ένα τεφρό πουλί μ' ακίνητα φτερά, ισοζυγισμένο στον αέρα, ασάλευτο μέσα στην ίδια του την κίνηση. Και μένουν οι φωτογραφίες κλειστές εκεί, μ' όλη τους τη μετάνοια ή την τύψη, και την εχθρότητα ακόμη, χωρίς να βγαίνουν απ' την κορνίζα τους, απ' την επιθυμία τους και το φόβο τους, κατάντικρυ στον απαιτητικό ουρανό και στην άμετρη θάλασσα.
Γι' αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που μας προστατεύει απ' το ίδιο μας το απέραντο. Κ' ίσως γι' αυτό κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο, να βλέπω τα νωπά χνάρια απ' τις πατούσες του βαρκάρη πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο σα μια σειρά μικρά, στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ' ένα παραμύθι. Κι ούτε που πια καταλαβαίνω τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να καταλάβω. Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαϊνό μπαλκόνι σιγοτραγουδώντας για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης στέκεται απορημένος, μ' ανοιχτά τα σκέλια, μπρος στην περώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα. Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους και στις μάντρες το σιγαλό, βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη τα φανάρια του δρόμου, γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν· βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες· ο ήλιος ενός φευγαλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου· τ' άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό κι αχνίζουν, κ' είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι' αυτό ν΄ανάβουν μονομιάς τα φώτα θετικά για να διαλύσουν όλα μες στον ορισμό τους. Αποσπάσματα από το «Παράθυρο» της Τέταρτης Διάστασης του Γιάννη Ρίτσου