Σελίδες

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Το λευκό-άσπρο- στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη


“Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ’ απύθμενα

με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας

νύχτες και νύχτες

το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση

του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα

τη χαρά ως την άκρα απόγνωση…”

  Το λευκό για τον Ελύτη δεν είναι απλώς η απουσία χρώματος, αλλά η σύνοψη όλων των χρωμάτων και του φωτός, η «πρώτη ώρα» της δημιουργίας.

Οδυσσέα Ελύτη: «Η υπέρβαση και η γεωμέτρηση»

Μου αναλογεί το λευκό
Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.
Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.
Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.
Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.
Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.
Αλλά πώς να κάνω αλλιώς;
Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας,
με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα;
Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε.
Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στη μεταμόρφωση.

ΕΛΙΓΜΟΣ
Η θητεία του καλοκαιριού
Στα πεύκα και στα κύματα
Ένας έρωτας άσπρος και γλαυκός
Με γυμνές ώρες
Που κρατάν στα δάχτυλα την ύπαρξη
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας». 

 ΝΑΥΤΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ
 -Νονά των άσπρων μου πουλιών
Γοργόνα Ευαγγελίστρα μου!


 Τώρα με ψάθα γυριστή και με σαντάλια κόκκινα
Μ' ένα σουγιά στο χέρι
Πάει το ναυτάκι του περιβολιού 
Κόβει τα
κίτρινα σκοινιά
Λασκάρει τ' άσπρα σύννεφα  
 
από τη συλλογή Ήλιος ο Πρώτος

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Κοντά σου είδες ν' ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο,
άκουσες να σφυρίζει ένα καλάμι.
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες,
τα πιο χρωματιστά.

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο.
Παντελονάκι αέρινο,
στήθος του βράχου κρίνο του νερού.
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου!
από τον "Ήλιο τον Πρώτο"


Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες

Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
και κοιταχτήκαμε βαθειά μέσα στα μάτια
Μια πεταλούδα πέταξε απ' τα στήθεια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ' το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στην ποιητική συλλογή -Ήλιος ο Πρώτος

ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ
Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στην ποιητική συλλογή -Ήλιος ο Πρώτος
Το Άξιον Εστί (1959)

«Το Άξιον Εστί»  από το μέρος «Η Γένεσις» 
Εκεί μόνος απίθωσε
κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους
ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες  

Art
 PINO DAENI 

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
...................................................................
~Ο.Ελύτης~
" Άξιον εστί "

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ (1984)

ΔΕΥΤΕΡΑ. 4 Μ β
Απαλοί κόκκινοι λόφοι ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.
Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτε-
ρικός κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη.


Art by=George Hitchcock
Μ. ΤΡΙΤΗ

ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν
κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο
άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος. Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον /


 Η Τρελλή Ροδιά

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

«Μικρή πράσινη θάλασσα» του Οδυσσέα Ελύτη, από τη συλλογή «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά» 

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
.

Οφηλία / Πίνακας του Friedrich Heyser

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σου φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς 

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς -

Επιμέλεια ποιημάτων,Μαρία Λαμπράκη

Εν λευκώ

“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.
Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.
Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.
Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.
Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.
Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφτoβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”

(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)