Σελίδες

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Σεπτέμβρης ! Καλό μήνα!



Ο πρώτος μήνας του Φθινοπώρου, έχει κάνει ήδη την είσοδό του στον ημερολογιακό κύκλο στην αλλαγή της  φύσης. Κι εσύ μάταια προσπαθείς να πιαστείς απο τ' απομεινάρια του Καλοκαιριού, θέλοντας να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως τίποτα δεν άλλαξε.
Κι όμως το ξέρεις,
η φύση διοικείται από νόμους και κανόνες που ισχύουν με νομοτελειακή κανονικότητα. 
Είναι κι ο Σεπτέμβρης που παίζει μαζί σου, με τις ηλιόλουστες μέρες του, τις υγρές  νύχτες-όχι απο την υγρασία των υψηλών θερμοκρασιών του Καλοκαιριου-αλλά απο κείνες τις πρώτες σταγόνες της βροχής, τις θεροκτόνες κατά τον ποιητή μας Οδ, Ελύτη ''Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Ο Φλωμπέρ αναφέρει ''Το φθινόπωρο μ' αρέσει, η θλιβερή αυτή εποχή ταιριάζει στις αναμνήσεις.''
Σε λίγο θα νυχτώνει απο νωρίς.
Το Φθινόπωρο θα στριμώξει τις αναμνήσεις μας απο άλλο ένα καλοκαίρι που έφυγε.
Καιρός ν' αναζητήσουμε το χέρι που θα πορευτούμε αντάμα σ' αυτή την αργόσυρτη μελαγχολία του  Σεπτέμβρη...

Καιρός να γίνεις ''τ΄άλλο  μου Φθινόπωρο''. (Μαρία Λαμπράκη)
Του Σεπτέμβρη τα φεγγάρια, είναι μελαγχολικά.....

 Κική Δημουλά: «Οι αποδημητικές καλημέρες» -Απόσπασμα
 Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.

Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.


BERTOLT BRECHT= Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.
2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.
3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι... τότε... που το ξέρω... το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής. 



ΖΩΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ
Ο Σεπτέμβρης μειώνει επικίνδυνα την απόσταση.
Παρακμάζουν οι τελευταίες προσδοκίες
στην αυλόπορτα του φάρου,
κογχύλια και φύκια σκορπισμένα στα βράχια,
αστραπές στο πηχτό μελάνι
αυτό που με περικυκλώνει από παντού.
Ένα ξένο χέρι προσπαθεί να με κρατήσει,
κάποιος ορκίζεται σε καινούριες εικόνες,
μα δεν υπάρχει αφετηρία…
Ένα δάκρυ μόνο γνωρίζω,
εσένα μόνο αγαπώ!
Ατάλαντη και αδιάφορη στο άγγιγμα
όπως κάθε φορά.
Από ποιον αλήθεια κίνδυνο
νομίζεις πως ξεφεύγω,
χαράζοντας από αμηχανία
τυχαία ονόματα και γράμματα,
κάθε φορά που νυχτώνει φθινόπωρο.

Αύριο… εν ονόματι της Αγάπης
 Κέρκυρα, φθινόπωρο  2015

«Σεπτέμβριος», Κική Δημουλά
Σεπτέμβρης ναι Σεπτέμβρης είν’ αυτός
ο κόμπος στο λαιμό η κολλώδης μνήμη που
εμποδίζει την κατάποση στερεών απόντων
η ατονία οι κομάρες που αδειάζουνε το σώμα
σε μια φυγή γεμάτη τρύπες
οι καούρες νηστικών ονείρων στο στομάχι
οι άρρυθμες σβησμένες γροθίτσες του σφυγμού
– τι θαρρείς κάπως έτσι σταματούν
κάποτε τελειώνουνε τα αιμοφόρα αστεία.
Ρηχά τα καφενεία στον πεζόδρομο.
Λάδι η ησυχία.
Ασφαλής πικρός ο καφές μου
μακράν της φορτικής ζάχαρης
– μια συνήθεια είναι τ’ απαραίτητα την κόβεις.
Ήχος κερμάτων σε τενεκεδάκι οργανοπαίκτη.
Ο ελεήμων Σεπτέμβρης που ρίχνει φύλλα.
Σεπτέμβρης ναι. Ο τιποτένιος άθλιος μήνας
ο μισητός τσιγκούνης – σου δόθηκε
μονάχα ο μισός και τ’ άλλο ήμισύ του το καλύτερο
δολίως πιο μεγάλο απ’ το δικό σου
οι ζωντανοί τ’ αρπάξαν.
Ναι. Αλλά ήταν σήμερα αγνώριστος.
Ένας άγνωστος αθώος.
Άυλος κι όμως φλύαρα φιλάρεσκος καθώς
τον λίγωνε μια ζέστη σε πιο σωματικόν
– την είχε βιάσει στο άδειο
ξενοικιασμένο τέλος του Αυγούστου.
Ήτανε τόσο φορτική σαν αμαρτία η θαμπάδα του
τόσο πείσμων η πανάκριβη
κάπου μακριά φιλόβροχη κολόνια που φορούσε
τόσο ξεροκέφαλα εγκόσμιο τ’ όνομά του
ώστε μου άρεσε να σ’ έχω προς στιγμήν
ολότελα ξεχάσει.
Καλή του ώρα ένα γυφτάκι πούλαγε κάτι
ένοχα βήτα διαλογής χαρτομάντιλα μούσκεμα
στα μάτια μου.
(Από τη συλλογή «Ενός λεπτού μαζί», εκδ. Ίκαρος, 1998)

ΜΠΟΡΑ- Γιάννης Βαρβέρης
Αιφνίδια μπόρα αρχές Σεπτέμβρη
στον κήπο του παλαιού ξενοδοχείου.
Μυρίζει χώμα οργασμικό
στη διψασμένη γη.
Πάμε να φύγουμε
δεν έχουμε καμιά δουλειά εδώ.
(Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος ΛΟΥΤΡΑΚΙ, περ. Νέα Εστία, Οκτώβριος 2010, αρ. 1837)

Σεμπτέβριο την λέγανε
την πέτρα που δεν κύλησε
και πες της πως δεν φίλησε
κανένανε κανείς...