Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Τολμάτε ρε, τολμάτε!-Χρόνης Μίσσιος

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.
Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, «είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε». Δεκαεφτά χρονών παιδί ήμουν και καταδικασμένος για θάνατο, κι εγώ τους έγραφα... Τώρα, βέβαια, λέω για "τί";

Αποσπάσματα απ' τα βιβλία του: 

 Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση…

 Αν η συνείδηση και η γνώση του ανθρώπου μπορούσε να φτάσει στο επίπεδο να ερμηνεύει μ’ αυτή την ανθρώπινη έγνοια την είδηση “εκατό χιλιάδες νεκροί” ή “ένας άνθρωπος βασανίζεται σε κάποιο άντρο της εξουσίας”… 

(“ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ… ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
 Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει ευτυχισμένος μόνον σε σχέση ελευθερίας και ευτυχίας με τους συνανθρώπους του, σε συναισθηματική αρμονία με τον εαυτό του, αλλιώς γίνεται σκατό ανθρώπινο, το πιο άχρηστο και επικίνδυνο πράγμα δηλαδή, διότι και το σκατό των ζώων ακόμα είναι ευλογία θεού για τα λουλούδια και τα φυτά.
 Μόνο ο άνθρωπος, που τρώει και καταστρέφει τα πάντα, παράγει άχρηστα και επικίνδυνα πράγματα, και για τη φύση και για τη ζωή. 

 ("ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ... ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ" Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
Αλίμονο, αν χάσουμε και τη μνήμη μας, πώς θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε;... 
 Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ό,τι θέλαν αυτοί. 
Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε -πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με την καθοδήγα μας.

 Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. 

Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα.

 Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας.

Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… 


Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου. Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν… 

("ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ... ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ" Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
 «Ο Μανώλης Αναγνωστάκης μου έμαθε

γράμματα στη φυλακή, ήμασταν

θανατοποινίτες στο Γεντί Κουλέ» είχε πει

πριν από σχεδόν δυο χρόνια σε συνέντευξή

του στο Βήμα.


«Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση.

 Το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ ένα μοναχά εικοσιτετράωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία.

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια». 


Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη»
http://ecoleft.files.wordpress.com/2011/03/mis.jpg
 Ο Χρόνης Μίσσιος καταδικάστηκε σε θάνατο το 1947 κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Παρακάτω διηγείται τις αναμνήσεις του από τις φυλακές της Κέρκυρας: Μόλις έκλεινε η φυλακή κι ετοιμαζόμασταν να φάμε, γκράγκα γκρούγκα οι σιδεριές, πλακώνανε τα καρακόλια.
Ξέραμε ότι έρχονται να πάρουν για εκτέλεση. Άνοιγαν, που λες, το κελί απ’ το οποίο ήθελαν να πάρουν κάποιον, μας είχαν παστωμένους πέντ’ έξι σε κάθε κελί, που ήταν φτιαγμένο για έναν άνθρωπο, άσ’ τα, άνοιγαν που λες το κελί, στέκονταν στην πόρτα, και μας κοιτάζανε.
Όλοι τώρα ήμαστε μελλοθάνατοι, ε; και ξέραμε ότι κάποιον από μας θα πάρουν. Κοιτάζανε που λες μια το χαρτί και μια εμάς… Αυτή η ιστορία μπορεί να κράταγε από πέντε λεπτά ως και ένα τέταρτο.

 Ύστερα, αφού έκριναν πως σιτέψαμε, λέγανε, ας πούμε, Γιώργο, έλα -μας ήξεραν, βλέπεις, και με τα μικρά μας ονόματα, οι χαμούρες. 

Τέλος, σηκωνόταν να πούμε ο Γιώργος, άφηνε το γράμμα του -όλοι μας είχαμε ένα γράμμα έτοιμο για τους δικούς μας- αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν, και την ώρα που έβγαινε από την πόρτα λέγανε, για στάσου μια στιγμή, α, λάθος, δεν είσαι συ, είναι ο Παύλος… 


Χαμούρες, σου λέω, εντελώς άνανδροι. Άλλες φορές πάλι, γράφανε σ’ ένα χαρτάκι τα ονόματα αυτών που θα ‘παιρναν το βράδυ για εκτέλεση, το έδεναν σ’ ένα σπαγκάκι και το ‘σερναν μέσα στο προαύλιο.
Όλοι ήμασταν θανατηφόροι. Ε, άντε να μη συρθείς από πίσω να δεις αν είναι τ’ όνομά σου γραμμένο στο χαρτάκι… 
Εμείς φεύγαμε από το προαύλιο και κλεινόμασταν στα κελιά μας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι είχαν παιδιά, είχαν φίλους, αγαπούσαν ίσως κάποιους ανθρώπους… Τι να πεις… Αλλά σου έλεγα για τις λαχτάρες που έκανα στη μάνα μου.

Όταν, που λες, είσαι για εκτέλεση, έχεις κάθε μέρα επισκεπτήριο. Ε, ήρθε η κακομοίρα η μάνα μου την πρώτη μέρα να με δει. Για να πάω στο στρατοδικείο, μου είχαν φέρει ένα κοστούμι του αδερφού μου, γιατί εγώ δεν είχα καλά ρούχα.


Αφού είδα τη μάνα μου, την αγκάλιασα, της λέω, κοίτα να δεις, αύριο που θα ‘ρθεις, να μου φέρεις τα παλιά μου τα ρούχα να φορέσω, γιατί, ε, αφού μεθαύριο θα μας σκοτώσουν, να μην πάει τζάμπα και το κουστούμι. Μπαμ η μάνα μου, κάτω, ξερή


  Κάναμε επισκεπτήριο μαζί με τον Μαύρο, οπότε μου σφυρίζει μια σφαλιάρα, και μου λέει, τι λες, ρε τσόγλανε, στη μάνα σου, είναι κουβέντες αυτές; Όχι, δεν το ‘κανα επίτηδες, τα είχα χαμένα και γω ο φουκαράς, δεν ήξερα τι να της πω όπως σπάραζε στην αγκαλιά μου… Τέλος, χέσ’ τα. 
 
 Το κακό είναι πως ποτέ δεν μπόρεσα να της εξηγήσω μερικά πράγματα, όπως να πούμε πόσο πολύ την αγαπούσα και τι καταφύγιο ήταν για μένα στα μεγάλα μου ζορίσματα… Αλλά έτσι είναι πάντα, ποτέ δεν προλαβαίνουμε να πούμε τα πιο ουσιαστικά πράγματα, και το καταλαβαίνουμε μόνο σα χαθούμε.

 (ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ "...ΚΑΛΑ, ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ" Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ)
Εγώ, νιώθω πλούσιος επειδή συμμετείχα στα οράματα και στα ιδανικά της εποχής μου, έστω κι αν αυτά εξελίχτηκαν, όπως εξελίχτηκαν.

Γιατί δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος ζωντανός και να μην συμμετέχεις στο γίγνεσθαι της εποχής σου! Τότε, δεν είσαι τίποτα, δεν είσαι πολίτης, είσαι υπήκοος, είσαι οπαδός, είσαι ένα «ζώον». 

 Και δυστυχώς, έχουμε γεμίσει από οπαδούς και υπηκόους αντί από πολίτες, διότι η λέξη πολίτης, σημαίνει ότι συμμετέχεις, ότι δρας, ότι σκέφτεσαι, ότι έχεις κριτική σκέψη, ότι έχεις φαντασία, ότι έχεις θέληση…


Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Τα τραγούδια τ' αγιασμένα -Μάνος Ελευθερίου

Τα τραγούδια θέλουν πόνο θέλουν κι αναστεναγμό
Και να μοιάζουν με μια αγάπη που δεν έχει τελειωμό
Τα τραγούδια θέλουν αίμα και κουβέντες σοβαρές
Δε σηκώνουνε το ψέμα κι ούτε σχέσεις πονηρές
Τα τραγούδια πρέπει να `χουν μια ζωή αληθινή
Να νομίζει ο καθένας πως γι’ αυτόν έχουν γραφτεί
Πως ο ίδιος τα `χει γράψει με καρδιά και με ψυχή(Mάνος Ελευθερίου)

«Δεν είναι κόσμος εδώ και μήτε τόπος για να ζήσουμε.
Χρυσάφι ντροπής στοιβάζουν οι άνθρωποι.
Ευεργετούν τον πλούτο και ελεούν το ασήμαντο».
«Δεν είναι κόσμος εδώ», (Μάνος Ελευθερίου).


Από τη συλλογή «Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ»,Μάνος Ελευθερίου

Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ’κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

 

ΜΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Χιόνι κρατούσα κι έλειωνε σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.
Ζούσα τότε θυμάμαι σ’ άλλες εποχές.

Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ’ αργυρά κουτάκια.
Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.
Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα
κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

Είναι λοιπόν καημοί που τους περνάμε μόνοι μας.
Κι είναι καημοί που μοιραζόμαστε πολλοί.
Κι ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Σαν να ’ταν αύριο που θα γίνονταν όλα.

Και το αναμμένο φως στο κομοδίνο
να ξορκίζει και να αναβάλλει το θάνατο.

Κι έτσι σιγά σιγά που γέρνεις και γερνάς
στο θάνατο του ύπνου
μόλις εκείνες τις στιγμές καταλαβαίνεις
ότι γνωρίζεις όλες τις παλιές αλήθειες
αλλά ποτέ δε θα μπορέσεις να τις αποδείξεις.

Αχ πόσα μας επιφυλάσσει ακόμη
το παρελθόν.

 
Στη  γειτονιά του Μάνου Ελευθερίου
Σ' αυτή τη γειτονιά 
 Η σούστα πήγαινε μπροστά
κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο
δεν έτυχε στα χρόνια αυτά
τίποτα να πετύχω.

 Το παλικάρι έχει καημό
κι εγώ στα μάτια το κοιτώ
και το κοιτώ και δε μιλώ
απόψε, απόψε που έχει τον καημό

Στα καλντερίμια συζητούν
ως το πρωί γειτόνοι
μα σκοτεινιάζει ο καιρός
και στις καρδιές νυχτώνει

Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε
κι άλλος για Μυτιλήνη
κι άλλος στης Σύρας τα στενά
αίμα και δάκρυα πίνει

Σ' αυτή τη γειτονιά
Δίψασα στην πόρτα σου γι' αγάπη
κι έγειρα γλυκά να κοιμηθώ

Αν ήταν άστρα τα φιλιά σου
σ' ένα κουτί θα κλείδωνα

Έγειρα στο παραθύρι
για να σε συλλογιστώ,
σαν κλαδί που έχει γείρει
σ' ένα σπιτικό κλειστό.

Σ'αυτή τη γειτονιά
 Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ' εκείνο το τοπίο της βροχής.


Σ' αυτή τη γειτονιά
Πήρα χιόνι και βροχή
να φτιάξω κόσμο απ' την αρχή
κι αυτόν να περπατήσω

Έφτιαξα ένα κόσμο για τους άλλους
και να πίνουν μόνο αγιασμούς.
Και τους είχα δίπλα στους μεγάλους
στους αγγέλους δίχως πειρασμούς.

Ένα γράμμα θα σου στείλω
να διαβάσεις αν μπορείς
για να δεις πως είμαι φύλλο
πεταμένο καταγής


Σ'αυτή τη γειτονιά 
Στις ανθισμένες νερατζιές
θα βρεις την κιβωτό σου.
Τέσσερις τοίχοι στις φωτιές
θα ταξιδέψουν τις νυχτιές
και το παράπονό σου.

Γίναν τ’ αηδόνια μας καπνός
και ποιος θα μας μιλήσει
που σκοτεινιάζει ο καιρός
και κλαίει σαν μια βρύση.
Σ' αυτή τη γειτονιά
Απ' το κακό και τ' άδικο διωγμένος 
κι όπως ενήστευες τη δίκοπη ζωή,
σε βρήκα ξαφνικά σημαδεμένο,
να σ' έχει ο κάτω κόσμος ξεγραμμένο
κι ο πάνω κόσμος νά 'ναι οι τροχοί,
που σ' έχουν στα στενά κυνηγημένο.

Κρυφά και φανερά σ' ακολουθούνε 
οι συμμορίες κ' οι βασανιστές 
και ψάχνουν μέρα νύχτα να σε βρούνε, 
μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε 
γιατί ποτέ δεν ήταν Ποιητές
το χώμα που πατούν να προσκυνούνε.
Σ'αυτή τη γειτονιά
Ζήσαμε και δε ζήσαμε
και μόνο π' αγαπήσαμε
με μια καρδιά κι έναν καημό
και μ' έναν αναστεναγμό

Ένας άπονος αέρας
μ' έχει φέρει ως εδώ
και στο γύρισμα της μέρας
είπα να σε ξαναδώ

Οι δολοφόνοι τραγουδούν
Για κάποιους άλλους δολοφόνους
Που ζουν μες στα κελιά με πόνους
και άσπρη μέρα δε θα δουν
Πως έγινε όμως κι οι αγιογδύτες
Πιάσανε όλα τα στενά
Σημερινά και χθεσινά
Ως και στον Γάμο εν Κανά.

Σ'αυτή τη γειτονιά
Οι ελεύθεροι κι ωραίοι ζουν σε κάποιες φυλακές
μες τα τείχη που ‘χει χτίσει ο καθένας για να ζήσει
τις μεγάλες του στιγμές

Τ΄ αγιάζι μου τρυπάει τα μάτια
θά 'ναι δε θά 'ναι τέσσερις το πρωί
καρφώνουν οι φονιάδες την αυγή.
Μα ποιος μιλάει για δάκρυα;

Αν κάτι κάποτε σωθεί
και που γι αυτό κάποιος μιλήσει
Μόνο αυτός θα εξηγήσει
Πως πήγε ανάποδα η ζωή
Πως έγινε κι οι τζογαδόροι
Πήραν στα χέρια το σχοινί
Και παίξαν πάνω στη σκηνή

Το ρόλο πρωταγωνιστή.
Σ'αυτή τη γειτονιά 
Στης ανάγκης τα θρανία
και στης φτώχειας το σχολειό
μάθαμε την κοινωνία

και τον πόνο τον παλιό
Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ' άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας


Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ' αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού

κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ' αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια.


Σ'αυτή τη γειτονιά/
Είν' αρρώστια τα τραγούδια που αγαπάς να λέω
αναμμένο καρβουνάκι που κρατώ και κλαίω

Είν’ αρρώστια τα τραγούδια τι θαρρείς
βρες αγάπες άλλες φως μου να χαρείς
τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά
είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά



Σ' αυτή τη γειτονιά
Αν κάτι κάποτε σωθεί/μέσα στην  'Αγια  μέθη/θα'ναι Τραγούδια αγιασμένα/με σκοπούς ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ
Τα τραγούδια τ' αγιασμένα /σαν φιλιά ειναι καρφωμένα /στον αέρα /όπως τ' άστρα /που κοιτάς .
Τραγούδια που φυλάξαμε σαν ''συναξάρια'' στο μέρος της Καρδιάς.
Τον ευχαριστούμε/μας έμαθε πως :''Πάντα κάτι μένει/για να πεις...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...