Σελίδες

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΕΛΛH ΑΛΕΞΙΟY-Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν


 Το διήγημα προέρχεται από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Προσοχή συνάνθρωποι (1978), το οποίο περιέχει διηγήματα που αναφέρονται στη γερμανική Κατοχή, την Αντίσταση και την εξορία. Το συγκεκριμένο διήγημα έχει γραφτεί το 1954 και παρουσιάζει τον αγώνα μιας μητέρας να ζήσει και να στηρίξει τα παιδιά της, όσο ο άντρας της βρίσκεται στην εξορία, αλλά και τις οικονομικές δυσκολίες όλων των ανθρώπων της μεταπολεμικής εποχής.

H Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε τα μάτια της το πρωί, ξαναθυμήθηκε τη χθεσινή κουβέντα της μαμάς τους, ακριβώς όπως τους τα είχε πει αποβραδίς: «...γιορτές και να μη με ζητήσουν μήτε για πλύσιμο... μήτε για άσπρισμα... άλλο πια δεν έχει. Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου,* να διακονέψω*...».
         Πάντα της ξενοδούλευε, γιατί ο άντρας της -πλανόδιος ντενεκετζής που ήταν- τι να βγάλει, και πού να φτάσουν, μα τώρα που είχε απομείνει μονάχη, ακόμα χειρότερα. «Θα σταθώ στην οδός Αιόλου... και θα σας πάρω και σας. Τα σκολειά κλειστά είναι. Θα χαζέψετε και τον κόσμο... Θα δείτε τα πράματα που θα 'χουν απλωμένα από δω κι από κει... μπορεί να βρεθεί και κανείς χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα...»
         - Πότε, μαμά, θα πάμε στην οδός Αιόλου; ρώτησε η Αγγελικούλα.
         - Θα λέμε και τα κάλαντα της εξορίας; ρώτησε κι ο Πέτρος τη μαμά του.
         - Να τα λέτε.
         Κι ο Πέτρος άρχισε να σιγοτραγουδά από κει που ήταν ξαπλωμένος:

Αρχημηνιά-ά κι α-αρχή χρο-νιά,
είν' ο μπαμπάς, χρόνους εννιά στη
μα- στη μαύ-ρην εξορία...
συ 'σαι αρχό- συ 'σαι αρχόντισσα κυρία...

         - Θ' αργήσουμε, μαμά, ακόμα;
         Η Αγγελικούλα βιαζότανε να φύγουν.
         - Εμ τώρα είναι ακόμα πρωί... Καλά καλά δεν έφεξε. Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος.
         - Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;
         - Άμα βγει ο ήλιος.
         - Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε; ρώτησε ο Πέτρος.
         - Τι να κάνουμε από τέτοιαν ώρα; Να ξεπαγιάσουμε άδικα;
         - Τα παιγνίδια όμως, ας είναι και πρωί, δεν είναι στα τζάμια; ξανάπε ο Πέτρος. Αν μαζέψεις, μαμά, πολλά λεφτά, και μας δώσουν και μας από τα κάλαντα, θα μου πάρεις, μαμά, κείνο το σιδερόδρομο που σου 'λεγα;
         Ήταν ένας σιδερόδρομος που έπιανε όλη τη βιτρίνα! Τα παιδιά, στα σκολειά, στα διαλείμματα, όλο για το σιδερόδρομο μιλούσαν. Διηγούνταν πώς κάνει γύρους. Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά του. Πώς έχει σειρά τα βαγόνια. Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται. Περνάει κι ένα ποτάμι πάνω από μια γέφυρα και ύστερα!... τρυπώνει σ' ένα τρυπημένο βουνό... και χάνεται!... Μα σε λίγο... να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια...
         - Αυτά τα παιγνίδια είναι ακριβά! Δεν μπορούμε να τ' αγοράσουμε μεις...
         - Άμα πιάσουμε πολλά λεφτά;
         - Όσα και να πιάσουμε... δεν μπορούμε.
         - Πότε θα μπορέσουμε;
         - Άμα έρθει ο μπαμπάς σου.
         - Πότε θα 'ρθει ο μπαμπάς μου;
         - Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι.
         - Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;
         - Ναι... ναι... πριν από την Πρωτοχρονιά.
         - Κι άμα έρθει, θα μου πάρει το σιδερόδρομο;
         - Ναι... ναι...
         - Να του το πεις όμως και συ...
         - Ναι... ναι... θα του το πω.


Αθήνα 1955

         Στην οδό Αιόλου κόντεψαν να χαθούν. O Πέτρος έψαχνε να βρει το σιδερόδρομο, κι η Αγγελικούλα είδε μια κούκλα, που στεκόταν πίσω από το τζάμι και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια της, και σταμάτησε, γιατί ήθελε να τη δει καλά.
         - Αν δεν έχετε το νου σας, να το ξέρετε, πως θα χαθούμε. Εγώ θα στέκουμαι εδώ σε τούτη τη γωνιά. Μην ξεμακρύνετε... Και να 'στε πιασμένοι χέρι χέρι...
         - Άντε να πάμε να βρούμε το σιδερόδρομο, είπε ο Πέτρος στην Αγγελικούλα, και ύστερα ξαναγυρίζομε.
         Μπρος από τη βιτρίνα, που ήταν ο σιδερόδρομος, είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά. Κι όλα φώναζαν:
         - Κοιτάτε! Τώρα θ' ανεβεί, θα το δείτε, σ' αυτό το ψηλό βουνό.
         - Θα περάσει και το ποτάμι... πάνω από τη γέφυρα...
         - Κοίτα το μηχανικό πώς κάνει;
         - Τώρα θ' ανάψει το πράσινο φως και θα σβήσει το κόκκινο.
         - Θα μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, είπε το παιδί ενός καθηγητή, τώρα στις γιορτές, που θα τους δώσουν δύο μισθούς...
         - Εγώ θα πω στο νονό μου, είπε ένα αδυνατούλικο, χλομό αγοράκι, να μου τον αγοράσει, που είναι σωφέρης.*
         - Η θεία μου η μικρή, είπε της μαμάς μου, πως θα βάλουν όλοι τους, ο θείος ο Νικόλας, κι ο θείος μου που 'χει το περίπτερο, να μου τον αγοράσουν..., είπε ένα άλλο παιδί.
         - Εμάς, ξεθαρρεύτηκε ο Πέτρος, θα μας τον αγοράσει ο μπαμπάς μας...
         Τα παιδιά στράφηκαν και πρόσεξαν τα δυο φτωχοντυμένα αδέλφια. O Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι μπαλωμένο στους αγκώνες και το γιακά, και στο λαιμό μαύρο κασκόλ, και καφέ γάντια, που βγαίναν όξω τα δυο πρώτα δάχτυλα. Η Αγγελικούλα δε φαινόταν τι φορούσε. Ήταν διπλοτυλιγμένη μέσα σ' ένα μποξά* σκούρο, σφιχτοδεμένο κάτω από τα χέρια, μ' ένα κορδόνι. Τα παπούτσια τους -αρβυλάκια- ήτανε βουτηγμένα στη λάσπη, καθώς είχαν κάμει πεζή* όλο το δρόμο, από του Ζωγράφου ως την οδό Αιόλου.
         - Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;, ρώτησε τον Πέτρο το παιδί του καθηγητή.
         - Είναι εξορία, μα θα 'ρθει πριν από την Πρωτοχρονιά.
         - Ξέρεις πόσο κάνει ο σιδερόδρομος;, του λέει. Για να μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, θα δώσει το μισό μισθό, απ' αυτόν που θα τους δώσουν για τις γιορτές.

        Η Αγγελικούλα με τη μαμά και τον Πέτρο πήγαν και την άλλη μέρα στην οδό Αιόλου, και την παράλλη. O Πέτρος, κρατώντας την Αγγελικούλα από το χέρι, τραβούσε ίσια για τη βιτρίνα που ήταν ο σιδερόδρομος. Είχε το φόβο μην πάνε καμιά μέρα και βρούνε άδεια τη βιτρίνα. Κ' ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;
         Τα βράδια, άμα χτυπούσε η οξώπορτα της μάντρας, τ' αδέρφια συνερίζονταν* ποιο να προλάβει ν' ανοίξει πρώτο.
         - Πώς θα καταλάβουμε πως είναι ο μπαμπάς μας;
         - Από το γέλιο του.
         - Εκείνος θα μας γνωρίσει;
         - Ναι, ναι...
         - Μα αφού δε μας ξέρει;
         - Θα σας γνωρίσει από τη φωτογραφία που του στείλαμε.
         Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε κι η Πρωτοχρονιά. Κόντευαν τα Φώτα, κι ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα. Πολλά παιγνιδάκια, που κάνανε συντροφιά στο σιδερόδρομο, χάνονταν μέρα με τη μέρα. Κάτι σερβίτσια του τσαγιού, κάτι επιπλάκια, που στέκαν όρθια από δω κι από κει, μέσα στα κουτιά τους, πουλήθηκαν. Έλειψε κι η αρκούδα, που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά, έφυγε και το αεροπλάνο, που κρεμόταν από ψηλά και, μόλις το κούρντιζαν, έφερνε γύρους. Όμως ο σιδερόδρομος έμενε πάντα στη θέση του. Μόνο πως άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά, δεν περπατούσε πια. Είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τη γέφυρα. Και τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος.
         - Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία, είπε ο Πέτρος, θα μας τον είχε αγοράσει. Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία. Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι.
         - Εμένα δεν μου τον πήρε ο μπαμπάς, γιατί δεν τους δώσανε τον άλλο μισθό.
         - O νονός μου, είπε και το αδυνατούλικο αγοράκι, είπε στη μαμά μου πως είναι καλύτερα να μου αγοράσει μια φανέλα, γιατί έχω πλευρίτη. Ξέρεις πώς πονάω, άμα παίρνω ανάσα;
         - Η θεία μου η μικρή, κι ο θείος μου ο Νικόλας, κι ο άλλος που 'χει το περίπτερο, είπε και το άλλο παιδί, μ' αγόρασαν καλύτερα τούτο το παλτό... γιατί το περσινό μου ήταν λιωμένο, μα και δε με χωρούσε κιόλας.
         Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος. Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια.
         Για όλους ήτανε φέτος πολύ στενόχωρες οι γιορτές.
         - Μα του χρόνου, θα δείτε, είπε η μαμά, στα δυο λυπημένα παιδιά της. Όλα θα 'χουν αλλάξει... θα 'χουν φύγει οι κακοί ανθρώποι, κι οι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει, θα 'χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια...

Έλλη Αλεξίου, Προσοχή συνάνθρωποι,
Καστανιώτης

ΠΗΓΗ     



Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Ζωή Καρέλλη, Παραμονή της Γέννησης



Η Γέννηση του Χριστού: Τοιχογραφία στην εκκλησία της Παναγίας της Ασίνου, στο χωριό Νικητάρι. 14ος αιώνας

 “Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν”.

Παραμονή της Γέννησης

1ο

Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.


Η Γέννηση του Χριστού στην Τέχνη του Αγίου Όρους
Καρυές, Σκήτη Αγίου Ανδρέα - «Σεράι», Μονής Βατοπεδίου.

Παραμονή της Γέννησης

2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.


Παραμονή της Γέννησης

3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

Παραμονή της Γέννησης

4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.

Από τη συλλογή Πορεία (1940)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας

 

Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας
Μια σπασμένη ομπρέλα
Μια αγκαλιά καταφύγιο
Υποσχέσεις
Που έμειναν μισές
Δάκρυα που στέγνωσαν
Πριν καν κυλήσουν

Λίγα βήματα
Πριν τον Παράδεισο
Λίγα φιλιά
Πριν το αντίο
Τα χέρια
Που σφίγγουν την αλήθεια
Το ρολόι σταμάτησε στη λύπη
Μια συγνώμη
Που δεν ήρθε ποτέ
Τι να σου γράψω απόψε;
Τώρα που το μελάνι σώθηκε;
Εδώ ο λυγμός της βροχής
Θρηνεί την άδικη σιωπή
Νύχτα βροχής κι αγρύπνιας
Και εσύ μια μπόρα μέσα μου
Που δε λέει να ξεσπάσει
Γιατί βρέχει πάντα στα τοπία
 Όταν σε θυμάμαι;  (Μαρία Λαμπράκη)

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

17 Νοεμβρίου 1973- Εδώ Πολυτεχνείο


Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Το αγόρι και η πόρτα
Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! - φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, - η ιστορία
Να προφτάσουμε.

Γιάννης Ρίτσος

Το σώμα και το αίμα
(Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)

ΙΙ
Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι


Γιώργης Σαράντης
Εδώ Πολυτεχνείο

Τρείς  νύχτες καίγανε οι φωτιές
την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες
Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
και τότε τον είδα
            λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκρυαγές
να τρέχει προς το θάνατο
Αλέξανδρε του φώναξα
                                    Αλέξανδρε
κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
πάλι και πάλι
Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
δε βρήκα παρά στάχτη
Σ’ όλους τους δρόμους
οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.

ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ
«Εδώ Πολυτεχνείο»
Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!...»
στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!

Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.

Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...

 Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου. Δημήτρης Παπαχρήστου

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Ο εκφωνητής
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου
γενναίο παιδί:
Εδώ Πολυτεχνείο!
Εδώ Πολυτεχνείο!

Σας μιλάει ο σταθμός
των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών
των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες
μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε
το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου
γεμίζοντας τους αιθέρες μ' ανατριχίλες και δάκρυα.

Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος
μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια
ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς
που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου
κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε
προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.

Γιατί χρόνια και χρόνια σ' αυτό τον τόπο
είναι στη μοίρα του ν' ακούει αυτό το τραύλισμα
που δεν προφταίνει να γίνει φωνή
που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος
και μουσική αναστάσιμη.

Γιατί χρόνια και χρόνια
στην κρίσιμη στιγμή
τα δολερά χέρια των τυράννων
υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

19 Νοέμβρη 1973
                                                     
Νικηφόρος  Βρεττάκος
Μικρός τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ
της Κωστούλας Μητροπούλου
Πίσω απ' τα κάγκελα ελεύθεροι χιλιάδες στο δρόμο 
περπατάει αργά η φοβέρα,

πίσω απ' τα σίδερα ονειρεύονται μανάδες
παιδιά που έχουνε αλλάξει σε μια μέρα.

Μπροστά απ' τα κάγκελα οι σκλάβοι που φοβούνται
όπλα κρατάνε και ο δρόμος τους ανήκει
πίσω απ' τα κάγκελα φωνές που δε φοβούνται
και μοιάζουν θάλασσα που πλέει ένα καϊκι.

Πίσω απ' τα σίδερα τα μάτια της γενιάς τους
χαμογελάνε σ' ένα φως που ξημερώνει
έξω στο δρόμο η ντροπή κι η παγωνιά τους
βήμα με βήμα την ελπίδα τη σκοτώνει.

«Ενθυμούμαι…» – Κώστας Βασιλάκος
Πολυτεχνείο 47η επέτειος της Φοιτητικής εξέγερσης

«Τότε…»
Τότε…
Σφίγγαμε τα χέρια µας πάνω στα κάγκελα ,
γιατί είχαμε τη λευτεριά στο αίµα µας.
Ήταν µαύρος ο ουρανός απ’ τα γεράκια ,
αλλά οι νεανικές καρδιές θέλαν αγάπη ,
θέλαν όμορφα τραγούδια.

Ήμασταν φοιτητές.
Τι κι αν τα δάκτυλά µας λιώσαν στα κάγκελα ,
τι κι αν μείναν οι σάρκες στις ερπύστριες.
Σήμερα είμαι λεύτερος να σου λέω
«σ’ αγαπώ».
Να τραγουδώ την ομορφιά σου, σαν επανάσταση.
Κι αν δεν υπήρχα, θα έφτανε λίγο δάκρυ,
λίγο χώμα να ριζώσει και ν’ ανθίσει η λευτεριά.

Θα ‘ταν κάποιος άλλος να σου λέει «σ’ αγαπώ».
Ίδια τα λουλούδια, ίδιος ο ήλιος ,
ίδιος κι ο σταυρός µε την επιγραφή.
Κώστας Βασιλάκος
( Σκέψεις θραύσματα” / Άνεμος Εκδοτική)
Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 17 Νοεμβρίου 1973:










Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Θυμάμαι... (Μαρία Λαμπράκη)

Θυμάμαι...
Άπλωνε δίχτυα το φεγγάρι
αποθερίζοντας
τα τελευταία ίχνη
 του Καλοκαιριού
πάνω σε νωπά βήματα
στην βρεγμένη άμμο

Ο φλοίσβος των κυμάτων
ένα τραγούδι σιγανό
και συνάμα
Ερωτικό
Θυμάμαι...
Στεκόμουν στην άκρη
 της θάλασσας
αναδυόμουν μέσα σ' όνειρο
ως να έπαυα να υπάρχω

Είχα την αίσθηση...
Εκεί συναντηθήκαμε
 κοιτώντας με
ίσως, είναι το βλέμμα σου
το μόνιμο μου όνειρο

Γεμίζει με φως η ψυχή μου
αυτό το βλέμμα αναζητώ
ανάμεσα σε τόσα άλλα
Για να μου πει:
<<εγώ σε περίμενα.
 Πάντοτε σε περίμενα.>>

(Μαρία Λαμπράκη)




Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Μιροσλάβ Χόλουμπ -Miroslav Holub-Ποιήματα

Παρ’ όλον ότι ένα ποίημα γεννιέται όταν δεν μένει
τίποτ’ άλλο να γίνει, παρ’ όλον ότι ένα ποίημα είναι
μια τελευταία προσπάθεια να μπει κάποια τάξη όταν
δεν μπορεί κανείς να υποφέρει άλλο την αταξία,
παρ’ όλον ότι χρειαζόμαστε τους ποιητές πιο πολύ
όταν χρειαζόμαστε επίσης πιο πολύ την ελευθερία,
την βιταμίνη C, τις επικοινωνίες, τους νόμους και την
θεραπεία της υπέρτασης,
παρ’ όλον ότι το να ‘σαι καλλιτέχνης σημαίνει
αποτυχία και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην
αποτυχία, όπως λέει ο Σάμουελ Μπέκετ,
ένα ποίημα δεν είναι από τα τελευταία αλλά απ’ τα
πρώτα πράγματα του ανθρώπου.

*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

foto by  Ivica Rajcic

Μιροσλάβ Χόλουμπ, Παραμύθι                             

Έχτισε το σπιτάκι του
τα θεμέλιά του
τις πέτρες του
τους τοίχους του
τη στέγη του
το τζάκι του και τον καπνό
τη θέα του απ’ το παράθυρο.

Έφτιαξε τον κήπο του
το φράχτη του
το θυμάρι του
το σκουλίκι του
τη βραδινή δροσιά του.

Ξεχέρσωσε
ένα κομμάτι ουρανό πάνω απ’το κεφάλι του.

Και τύλιξε τον κήπο μες στον ουρανό
το σπίτι μες στον κήπο
κι όλα μαζί σ’ένα μαντήλι

και βγήκε μόνος
σαν αρκτική αλεπού
στην παγερή
ατέλειωτη
βροχή
μέσα στον κόσμο.

(μετφρ.Σπύρος Τσακνιάς)


Μίροσλαβ Χόλουμπ, Η γάτα

‘Εξω ήταν νύχτα

σαν βιβλίο χωρίς γράμματα.

Και το αιώνιο σκοτάδι

έφτανε μέχρι τ’ άστρα μεσ’ απ ‘το κόσκινο της πολιτείας.

Της είπα

μη φύγεις

μονάχα θα παγιδευτείς

και θα σου κάνουν μάγια

και μάταια θα υποφέρεις.

Της είπα

μη φύγεις

γιατί ν’αποζητάς

το τίποτε;

‘Ομως το παράθυρο ήταν ανοιχτό

κι έφυγε,

μια μαύρη γάτα μες στη μαύρη νύχτα,

διελύθη,

μια μαύρη γάτα μες στη μαύρη νύχτα

εντελώς διελύθη

κι έκτοτε κανείς δεν την ξανάδε.

Μήτε κι η ίδια τον εαυτό της.

Αλλά μπορείς να την ακούεις

κάποτε,

όταν είναι γαλήνη

και υπάρχει ένας βόρειος άνεμος

και με προσοχή ακροάζεσαι

τον εαυτό σου.

~μτφρ. Γιώργος Χριστοδουλίδης~

Love-Miroslav Holub

A hundred miles
from wall to wall.
An eternity and a half of vigils
blanker than snow.

Tons of words
old as the tracks
of a platypus in the sand.

A hundred books we didn't write
A hundred pyramids we didn't build.

Sweepings.
Dust.

Bitter
as the beggining of the world.

Believe me when I say
it was beautiful.

[Αγάπη] του Μιροσλάβ Χόλουμπ

Δυο χιλιάδες τσιγάρα. 
Εκατό μίλια από τοίχο σε τοίχο. 
Μια αιωνιότητα και μισή 
από ολονυκτίες πιο λευκές κι από χιόνι. 
Τόνοι λέξεων παλιές 
σαν ίχνη πλατύποδα στην άμμο. 
Εκατό βιβλία που δεν γράψαμε. 
Εκατό πυραμίδες που δεν χτίσαμε. 
Σκουπίδια. 
Σκόνη. 
Πικρή σαν την αρχή του κόσμου. 
Πιστέψτε με όταν λέω ήταν όμορφη. 

[μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]

Dreams Poem by Miroslav Holub

They sap man's substance
as moon the dew.
A rope grows erect
from the crown of the head.
A black swan hatches
from a pebble.
And a flock of angels in the sky
is taking an evening class
on the skid pan.

I dream, so I dream.
I dream
that three times three is nine,
that the right-hand
rule applies;
and when the circus leaves
the trampled ground will
once more overgrow with grass.

Yes, grass.
Unequivocal grass.
Just grass.


Η πόρτα, Μίροσλαβ Χόλουμπ

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει

ένα δέντρο, ένα δάσος,

ένας κήπος

ή μια πόλη μαγική.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.

Μπορεί να δεις κάποια μορφή,

ή ένα μάτι,

ή την εικόνα

μιας εικόνας.


Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Αν είναι η καταχνιά

θα καθαρίσει.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά

που θορυβεί

κι αν είναι μόνο κούφιος άνεμος

κι αν

τίποτα

δεν είναι

έξω εκεί,

πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστον

θα γίνει

κάποιο

ρεύμα.

μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς

ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ-Μίροσλαβ Χόλουμπ

Όταν εγώ μεγαλώσω κι εσύ μικρύνεις
τότε
(στη θεωρία του Καλούζα η πέμπτη διάσταση
παρουσιάζεται ως κύκλος
συνδεόμενος με κάθε σημείο
του χωροχρόνου)
-τότε, όταν πεθάνω, δε θα ζήσω ποτέ ξανά;
Ποτέ.
Ποτέ ποτέ;
Ποτέ ποτέ.
Ναι, αλλά ποτέ ποτέ ποτέ;
Όχι… όχι ποτέ ποτέ ποτέ
απλώς ποτέ ποτέ.
Πραγματοποιήσαμε λοιπόν
μια μικρή οικογενειακή συνεισφορά
στο κβαντικό πρόβλημα της υπερβαρύτητας των ένδεκα διαστάσεων.

(μετάφραση: Δημήτριος Μουζάκης)

Ο Μίροσλαβ Χόλουμπ (1923-1998) υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της νεότερης τσεχικής ποίησης. Ο Ted Hughes δε τον χαρακτήρισε «έναν από τους πέντε ή έξι σπουδαιότερους ποιητές του 20ού αιώνα».

Η κλασική του παιδεία συνδυάζεται με τη γνώση των φυσικών επιστημών, της ιατρικής,της φιλοσοφίας, της ιστορίας της επιστήμης και το λαμπρό ποιητικό του ταλέντο. Στο πρόσωπο του Χόλουμπ συναντούμε τη ξεχασμένη αρχαιοελληνική αντίληψη για τη διεπιστημονικότητα και τη συνύπαρξη της τέχνης και της επιστήμης. Ο διακεκριμένος γιατρός Χόλουμπ συναντά τον ποιητή Χόλουμπ, και ο ποιητής τον φιλόσοφο Χόλουμπ: το ιατρικό λεξιλόγιο εμπλέκεται με τον ποιητικό λόγο, η λογική με το συναίσθημα, το σκεπτικισμό και την ειρωνεία, η συστηματικότητα, η έρευνα και η επιστημονική πειθαρχία με την άρνηση να ακολουθήσει στεγανά και να υποταχθεί στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος.

Μια άλλη πτυχή της ποίησης του Χόλουμπ είναι ο πολιτικός της χαρακτήρας. Βίωσε από πρώτο χέρι, αρχικά, τον αυταρχισμό του ναζισμού και εν συνεχεία την ανελευθερία της σταλινικής εκδοχής του σοσιαλισμού. Λόγω της άρνησής του να εγγραφεί μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά και του οχληρού για το καθεστώς έργου του, έζησε ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας: του αφαιρέθηκε για χρόνια η δυνατότητα να ταξιδέψει στο εξωτερικό, απολύθηκε από τη θέση του στην Ακαδημία, ενώ για περισσότερο από μια δεκαετία (από το 1971 έως το 1982) δεν του επιτρεπόταν να εκδώσει κείμενά του. 
Εξαιτίας αυτών, συχνά η ποίησή του λειτουργεί ως φορέας πολιτικών μηνυμάτων, συνήθως με τρόπο υπαινικτικό, καταφεύγοντας σε μοτίβα δανεισμένα από τη μυθολογία και την Ιστορία, προκειμένου να συνομιλήσει κριτικά με την εποχή της.