Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η Ποίηση των ''σωμάτων''

Επέστρεφε-Κ-Π-Καβάφης Αναγνωρισμένα
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται... 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 
Θυμήσου, Σώμα...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,

όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,

αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα

γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,

κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο

τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.

Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,

μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες

εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,

θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·

πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου,

 σώμα.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933), Κ.Π .Καβάφης




Γιάννης Βαρβέρης 
Το σώμα σου κι εγώ
Εχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
      έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί
το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δε φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
ανάμεσα σ' εμένα
Αγονος Ερωτας-.(Γιάννης Ρηγόπουλος)

Μες στο κορμί σου


Η ανάσα μου εκρήγνυται



Σε χιλιάδες χρυσόψαρα



Κι αηδόνια.


Κυνηγοί και ψαράδες



Με τα όπλα παρά πόδας



Κρατάνε τα περάσματα.


Και οι γυμνοί μαστόροι



Χτίζουν την πηγή σου

Άλλος μην πιει και τρελαθεί.


Ένα κορμί να ξεσπάσουν οι θύελλες


των λιμασμένων ματιών.


Ένα κορμί


να πάψουν οι δρόμοι να στενεύουν


οι πόρνες να γίνουν βασίλισσες


όπως τους πρέπει.


Ένα κορμί


τα φαντάσματα να χαθούν


στα υγρά υπόγεια


στους πρόστυχους καπνούς να γεννηθεί η


 άνοιξη.


Ένα κορμί


να βρει έναν αντρίκειο θάνατο


να ξαποστάσει.

Ρίτσος Γιάννης: Ερωτικά 

Ω αλάνθαστο σώμα

πόσα και πόσα λάθη


μ' ένα μικρό διαβατικό φεγγάρι


στα γυμνά δέντρα του πεζοδρομίου


αδειούχοι στρατιώτες καπνίζουν


κάτω απ' το υπόστεγο


βρέχει όλη μέρα


ακούω το νερό να κυλάει ατέλειωτο


απ' τα λούκια στο δρόμο


παρότι το ξέρω


αυτό το εισιτήριο


είναι εκπρόθεσμο πιά.


Αθήνα 18.11.80

Ρίτσος Γιάννης: Ερωτικά

Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα

άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάϋλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τι απέραντη απόσταση διανύω
απ' το σώμα σου
έως το σώμα σου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.


Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.


Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ' αφτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή-
πέρα απ' τη γέννηση,
πέρα απ' το θάνατο

Τελικό κι αιώνιο
παρόν.

Ρίτσος Γιάννης: Ερωτικά.



Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.


Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;

Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ' τα δάχτυλα.
Ενώνεται.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ' άστρα
αφού λείπεις;


Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.

Ρίτσος Γιάννης: Ερωτικά

Ρίτσος Γιάννης: Ερωτικά

Θέλω να περιγράψω το σώμα σου.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό.

Το σώμα σου ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους.
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
Το σώμα σου δυό νύχτες με καμπαναριά,
με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.
Το σώμα σου ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους·
χτυπάνε στράκες, σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν.
Το σώμα σου ένας ολάκερος στόλος  υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι· θορυβώδεις άγκυρες ανεβαίνουν· 
 Τρέχουν νερά στο κατάστρωμα·
ένας μούτσος 
πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα.


Το σώμα σου 
πολύφωνη σιωπή σκισμένη από πέντε μαχαίρια, τρεις ξιφολόγχες κι ένα σπαθί.
Το σώμα σου μια διάφανη λίμνη, στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.


Το σώμα σου είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι·
κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει 
μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα· κάθε τόσο χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της.


Το σώμα σου ένα

τζιτζίκι στ' αφτί του τρυγητή,
ρίχνει μια σκιά μενεξελιά 
στο μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.


(Από "Τα Ερωτικά"Γιάννης Ρίτσος)  Αθήνα 18.11.80
Το σώμα σου είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στη κορφή του λόφου,
έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της
Γραφής·

χρυσάφι τ' άχυρα 
καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου
και λαμποκοπούν 
τα τρία ποτάμια όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν, πίνουν νερό και κλαίνε.


Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με  χωρέσει.

Γεώργιος Σεφέρης 
Χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα
τούτη ἡ ἀγάπη ποὺ πηγαίνει

σκορπισμένη, μαζεμένη,
σκορπισμένη πάλι-πάλι,
κι ὅμως σφύζει κι ὅμως πάλλει
στὴ δαγκωματιὰ τοῦ μήλου
στὴ χαραγματιὰ τοῦ σύκου
σ᾿ ἕνα βυσσινὶ κεράσι
σὲ μιὰ ρώγα ἀπὸ ροδίτη
τόση ἀνάερη Ἀφροδίτη,
θὰ διψάσει θὰ κεράσει
ἕνα στόμα κι ἄλλο στόμα
χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα.
Εκείνο που δε γίνεται(Οδ.Ελύτης)

Nα 'χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ' το παράθυρο έξω!
 Nα τσακίσω εκείνο που δε γίνεται !
 Kορίτσι που απο το γυμνό σου στήθος, σαν απο σχεδία , κάποτε μ' έσωσε  ο Θεός.


Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)


Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;


Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι 


άνθρωποι


κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς


και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν


 είναι αλήθεια.


Για τα “πίστεψέ με” και τα “μη.”


Μια στον αέρα μια στη μουσική,


εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω


κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον


 κόσμο.

Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική 

προέκταση της νοητής 

γραμμής, που μας ενώνει με το μυστήριο

(''ώσπου ο κόλπος όλος ερευνηθεί και, ψαύοντας με το δάχτυλο, μηδίσει
η «καιόμενο βάτος» των θαλασσών
για να «λυθεί» το αίνιγμα που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί
(επειδή ο περίπλους γύρω
από ένα σώμα λείο γυμνό
τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο''…) 
Oδυσσέας Ελύτης


video
«το σώμα θυμάται/ όσα το μυαλό /ξεχνά»....

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Έρωτας τάχα...

Έρωτας τάχα...  

Έρωτας τάχα να είν’ αυτό  

που έτσι με κάνει να ποθώ  
τη συντροφιά σου,  
που σα βραδιάζει, τριγυρνώ 
 τα φωτισμένα για να ιδώ  
παράθυρά σου;  

Έρωτας να ειν’ η σιωπή  

που όταν σε βλέπω, μου το κλείνει  
σφιχτά το στόμα,  
που κι όταν μείνω μοναχή,  
στέκω βουβή κι εκστατική  
ώρες ακόμα;  

Έρωτας να είναι ή συφορά,  

με κάποιου αγγέλου τα φτερά  
που έχει φορέσει,  
κι έρχεται ακόμη μια φορά  
με τέτοια δώρα τρυφερά  
να με πλανέσει;  
Μα ό,τι και να’ναι το ποθώ,  
και καλώς να’ ρθει το κακό  
που είν’ από σένα.  
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,  
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ  
τ’ αγαπημένα…(Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά
 άλλως Μυρτιώτισσα)



Βιτσέντζος Κορνάρος
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
Aνάθεμα τον Έρωτα με τα καλά τά κάνει,  
και πώς κομπώνει και γελά τη φρόνεψιν, και σφάνει!  
Σ' πόσ' άδικα, σ' πόσ' άπρεπα τον άνθρωπο μπερδαίνει,  
κι οπού τον έχει για κριτήν, εις ίντα σφάλμα μπαίνει!  
Πόσοι Aφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση,  
και μόνον ο Pωτόκριτος της Aρετής αρέσει.  
Kαι δε θωρεί πλιό στα ψηλά, μα χαμηλά ξαμώνει,  
και με μαγνιά τα μάτια τση, κι αράχνην τα κουκλώνει.  
Kαι να ξανοίξει δεν μπορεί, εις το καλό να πάγει,  
μα εις τό τη βλάφτει προθυμά, γιατί η καρδιά τση εσφάγη. 


Rainer Maria Rilke - Σ'αγαπω σε μεταφραση Κωστη Παλαμα
Κλείσε τα μάτια μου
μπορώ να σε κοιτάζω
Τ' αυτιά μου σφράγισ' τα
να σ' ακούσω μπορώ
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθώ σ' εσένα
και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ
Χωρίς τα χέρια μου μπορώ να σ' αγκαλιάσω
σαν να 'χα χέρια όμοια καλά με την καρδιά
Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι-
Κι αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια στάχτη
εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.




Bolero { Julio Cortázar}

Qué vanidad imaginar 


que puedo darte todo, el amor y la dicha,

 
itinerarios, música, juguetes.

 
Es cierto que es así:

 
todo lo mío te lo doy, es cierto,


pero todo lo mío no te basta


como a mí no me basta que me des


todo lo tuyo.



Por eso no seremos nunca


la pareja perfecta, la tarjeta postal,


si no somos capaces de aceptar


que sólo en la aritmética


el dos nace del uno más el uno.

Por ahí un papelito 


que solamente dice:

Siempre fuiste mi espejo,


quiero decir que para verme tenía que mirarte



Bolero { Julio Cortázar}


 Πόση ματαιοδοξία, σαν φανταζόμουν


πως τα πάντα εγώ μπορώ να σου τα δώσω:


την αγάπη και την ευτυχία,


οδηγίες και μουσική και παίξιμο

.
Ένα είναι βέβαιο:


καθετί δικό μου σου το δίνω, να 'σαι βέβαιη.


μόνο που, ό,τι και να σου δώσω, δε σου αρκεί,


όπως κι εμένα δε μου αρκεί


ό,τι δικό σου κι αν μου δώσεις.




Γι' αυτό, ποτέ δε θα γίνουμε


το ζευγάρι το άψογο, η μία και αυτή καρτ


ποστάλ,



αν δεν είμαστε σε θέση να παραδεχτούμε


ότι μόνο στην αριθμητική


ένα κι ένα κάνει δύο.



Έτσι, αρκεί ένα ραβασάκι


που απλά και μόνο γράφει:


Πάντα υπήρξες ο καθρέφτης μου∙


θέλω να πω, για να δω εμένα, έπρεπε εσένα να


 κοιτάζω.







Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ΄ αγάπησες 
-Μαρία Πολυδούρη
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
σε περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε `σεναν άρεσε
γι’ αυτό έμειν’ ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Μόνο γιατί σε `σεναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.


Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.



Ανδρέας Τσιάκος
Ο έρωτας είμαι
Aπ' το πουθενά πλησιάζει, συστήνεται σαν πόνος και ενοικιάζει το καλύτερο δωμάτιο του εγκεφάλου μου, -σκόνη είναι παγιδευμένη στη γωνία, κύκνος και θάνατος αργός, έχει τη γεύση κάποιου γλυκού, 
μη με ρωτάς τι γλυκό, έχω ξεχάσει αυτή την αίσθηση, λειτουργώ μόνο με το συναίσθημα-, αφήνει προκαταβολή δυο νοίκια μπροστά, δεν έχει οικογένεια μόνο μια τσάντα αλλαξιές για τα σαββατοκύριακα, φορά μαύρα κάτι θα πενθεί νομίζω δεν είμαι σίγουρος, 
κρατά στα χέρια του ρίζες, μια γλάστρα πλαστική και ένα ξύλινο παράθυρο δίχως τζάμια, δεν μιλά, ωραία λέω, ήσυχος φαίνεται, του δίνω τα κλειδιά, τον ξανακοιτώ, 
κάποιον μου θυμίζει, δεν βαριέσαι λέω, λάθος θα κάνω, αποκλείεται να 'ναι αυτός που πιστεύω, παίρνει τα κλειδιά λίγο βιαστικά, ανοίγει την πόρτα, πριν μπει στο δωμάτιο τον ακούω να ψιθυρίζει,
 κάτι σαν τραγούδι έμοιαζε, σκέφτηκα τι είδους πόνος είναι αυτός που τραγουδά, αλλά πάλι το τραγούδι είναι κι αυτό ένας πόνος , 
ένα μοναχικό παιχνίδι στην τράπουλα του χρόνου, το τραγούδι  απαλύνει τον πόνο, στην έσχατη περίπτωση σε συμφιλιώνει με τον πόνο,
 για δες τώρα μήπως θέλει να γίνουμε φίλοι και μου το λέει έτσι γιατί ντρέπεται,
αλλά θα τρελαθώ, πόνος και να ντρέπεται δεν υπάρχει, κάνω μια κίνηση να του μιλήσω, γυρίζει σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουνα και μου λέει: 
- «...ο έρωτας είμαι...»!


Δεκέμβρης 1903 (Κ.Π .Καβάφης )
Kι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
αν δε μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στη ψυχή μου, 
ο ήχος της φωνής σου που κρατάω μες στο μυαλό μου, 
ημέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου
τις λέξεις και τις φράσεις μου πλάθουν και χρωματίζουν
σ’ όποιο θέμα κι άν περνώ, όποια ιδέα κι αν λέγω 
Στίχοι:  
Ναπολέων Λαπαθιώτης

Μουσική:  
Νίκος Ξυδάκης

1.Ελευθερία Αρβανιτάκη -Ερωτικό
Καημός αλήθεια να περνώ του έρωτα πάλι το στενό ώσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου. Στενό βαθύ και θλιβερό που θα θυμάμαι για καιρό τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμά του. Ας είν’ ωστόσο, τι ωφελεί γυρεύω πάντα το φιλί στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση.
 Γυρεύω πάντα το φιλί αχ, καρδιά μου που μου το ‘τάξανε πολλοί κι όμως δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να μου το δώσει.
 Ίσως μια μέρα όταν χαθώ γυρνώντας πάλι στο βυθό και με τη νύχτα μυστικά γίνουμε πάλι ταίρι Αυτό το ανεύρετο φιλί που το λαχτάρησα πολύ σαν μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει.

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα

Μενέλαος Λουντέμης

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας

ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,

ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:
«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.

Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».




Πάντα απ' τον έρωτα περνούσα, 
σα να περνάω απ' την φωτιά..
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...