Σελίδες

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

"Η ποίηση είναι γένους θηλυκού"

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον...
Συγγραφέας: Μαρία Πολυδούρη
Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη)
Τι θέλω πια να δέχωμαι την προστασία της Μούσας;
Να σφίγγω την καρδιά μου να δεχτή
τις νέες αγάπες, πίστες και χαρές της,
τάχα πως είνε μοίρα μου κ' είνε και διαλεχτή!

Πάει ο καιρός που αχτιδωτό το αστέρι της ματιάς μου
έφεγγε και των θείων και των γηίνων.
Ω των παθών δεν κράτησα εγώ την ανόσια Λύρα,
εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.

Και τραγουδούσα τον καημό της άσπιλης ψυχής μου
μεσ' στων δακρύων την ευχαριστία
κι' όλη η χαρά του τραγουδιού μου ήταν, πως τη φωνή μου
θα τη δεχόταν μια βραδιά μπρος στη φτωχή του εστία.

Κι' ως διάβαζα στα μάτια του κάποτε τη χαρά του,
ποια δόξα ακριβή να πω;
Στο χωρισμό μας τούφερναν σα χελιδόνια οι στίχοι
μήνυμα, πως από μακριά διπλά τον αγαπώ.

Τώρα καμμιά, καμμιάν ηχώ δεν άφησε η φωνή μου
σπαραχτική όταν γέμισε μιας νύχτας το σκοτάδι.
Όμως όλοι φοβήθηκαν και γω πιστεύω ακόμα
αληθινά πως τη βαριά χτύπησα πόρτα του ₼δη.

Λοιπόν γιατί να δέχωμαι το κάλεσμα της Μούσας;
Σαρκάζει η πίστη μέσα μου των θείων και των γηίνων.
Μια ανόσια Λύρα των παθών σε μένα δεν ταιριάζει.
Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.
Δε θα ξανάρθης πια...
Συγγραφέας: Μαρία Πολυδούρη
Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη)
Δε θα ξανάρθης πια, να μου χαρίσης
απ' την ωραία ζωή που σε φλογίζει
κάτι, ένα της λουλούδι; Σου γεμίζει
με τόσα την καρδιά και το κορμί.

Δε θάρθης πια, τα χέρια μου να σμίξης
τα παγωμένα, τα εχθρικά μου χέρια;
Πλάι στα δικά σου, μερωμέμα ταίρια
δεν τα ζυγώνει πλέον η αφορμή.

Δε θάρθης!... Πως αργά περνούν οι μέρες.
Κι' όσο εσύ φεύγεις, τόσο με σιμώνει
η γνωριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρό με τον κρυφό καημό.

Δε σου περνάει, αλήθεια από τη σκέψη
ότι μπορεί σε μια στιγμή θλιμμένη,
στη μοίρα αυτή που πάντα με προσμένει
να πάω ξανά και δίχως γυρισμό;
Σε σένα
Μαρία Πολυδούρη
Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη)
Ξέρω να ψάξω και να βρω
διαμάντια και ζαφείρια χίλια
κι' απ' του γιαλού το θησαυρό
μαργαριτάρια και κογχύλια.

Κ' έτσι τεχνόπλεκτα δετά
μαζί με λούλουδα κι' αστέρια
να τα φορείς καμαρωτά
στο μέτωπό σου και στα χέρια.

Ξέρω στο διάβα σου μπροστά
ρόδα και κρίνους να μαδήσω
ξέρω με λόγια ταιριαστά
τη χάρη σου να τραγουδήσω.

Ξέρω πως κάτι χωριστό
αταίριαστο σε κάθε άλλη
χάρισαν Βάσω μου σε Σέ
Μοίρες με τα πανώρια κάλλη.
Η θλίψη της δύσης
 Μαρία Πολυδούρη

Ανέκδοτα ποιήματα (Πολυδούρη)
Έτσι κι' απόψε ανάτειλαν του δειλινού τα ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
έτσι κι απόψε σβήνοντας εφυλορρόησαν όλα
καθώς τα ξαγναντώ κάθε φορά.


Και κάθε μια φορά ρουφώ από την ανατολή τους
όλη τη ροδοστάλαχτη χάρη τους και μεθώ
ακόμη κι' απ' τη σιγανή, την υστερνή πνοή τους.


(Έτσι, τη κάθε μια χαρά τη χαίρομαι όλη ως πέρα).
Μα έτυχε απόψε βλέποντας τη Δύση, να σκεφτώ
πως τάχατες η αγάπη μας θάσβηνε κάποια μέρα'
Κι' όπως απόψε ανάτειλαν του δειλινού τα ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
όπως κι' απόψε σβήνοντας φυλορροούσαν όλα
είχα μια θλίψη τούτη τη φορά'

ΠΗΓΗ
Πίνακες ζωγραφικής,
 Kostas Rigoula - Tsigris /Κώστας Ρηγούλης - Τσίγκρης
Luis Alberto (Lopez Cruz)
Μυρτιώτισσα, Αγάπες

Πόσες αγάπες! κι ήταν όλες 
ξεχωριστές.
Άλλες πολύχρωμες σα βιόλες,
άλλες σα γιασεμιά λευκές.

Πόσες αγάπες! κι ήταν όλες
-τι τραγικές!-
κι οι σκοτεινές, κι οι φεγγοβόλες,
κι οι πιο μου απλές.

Με κόπο ανέβαινα τις σκάλες
του παλατιού της ζωής
κι αυτές τριγύρω μου σα στάλες
χινοπωριάτικης βροχής,

αργοκυλούσανε θλιμμένα,
πυρά, βαριά,
κι ως να προσμέναν από μένα 
τη δροσιά.

Μα αν ήταν οι Αγάπες μου όλες
δίχως χαρά,
κι αν όλες μ' έκαψαν σα φλόγες,
πλατιά που μου' δωσαν φτερά!

Κι αν δεν μ' ανοίξανε τη θύρα
του παλατιού,
τα κλειδιά βοήθησαν και πήρα 
του μαγεμένου περιβολιού.

Κι όταν πλανιέμαι στο περβόλι
σα μια σκιά
και το φεγγάρι ντύνει με όλη
μες στα χρυσά,

ξαναπροβάλλουνε θλιμμένα,
κι αργά, μια μια,
κι όλες γυρεύουν από μένα
τη ζωή ξανά...
(Από την ποιητική συλλογή Κίτρινες Φλόγες)
painter, Stefan Georgiev
Πάθος-ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ (1885 -1968).

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια - τα χέρια σου -
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.
painter, Stefan Georgiev
Χωρισμός -Λένα Παπά

Ἒφυγα τρέχοντας ἀπ’ τό δωμάτιο
καί τό δωμάτιο μέ ἀκολούθησε
μ’ ὃλα του τά ἒπιπλα
τό γράμμα σου πάνω στό τραπέζι
καί τή φωτογραφία σου στόν τοῖχο
ένῶ κάποιος μέσα μου ἒκλαιγε καί φοβόταν καί κρύωνε

Οἱ δρόμοι καταπιῶνες τῆς μοναξιᾶς
μέ δάγκωναν μέ φῶτα αἰχμηρά
ὁ οὐρανός σερνόταν μές στίς σκοτεινές
λάσπες τῆς νύχτας
μιά ἀποφορά θλίψης γέμιζε τό τοπίο
κι ἐγώ σακατεμένη
δίχως ροῦχο ἢ φωτιά
κατρακυλοῦσα βαθιά
στό γκρεμό του Ἀντίο πού φεύγοντας
ἂνοιξες μέσα μου.
by Ognian Kuzmanov
Εικοστός Αιώνας-Λένα Παπά
Μόνη θα κατέβεις, μόνη
τα σκοτεινά σκαλιά.
Ορφανή από το φως
και τρυφερότητα
κι ας ήσουν
το ρόδο των Ρόδων,
κι ας ήσουν η τόσο γλυκιά.

Πίσω σου ένα θρόισμα ελάχιστο
για λίγο θα μείνει
- πόσο διαρκεί ένα θρόισμα- 
ύστερα θα βαλσαμωθείς στη μνήμη
κι ο Άδης
θα σ'έχει κερδίσει για πάντα.
Δεν υπάρχει σήμερα Ορφέας
να πεθάνει για σένα, Ευρυδίκη.

by Ognian Kuzmanov
Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (I)
[Από την ενότητα Της σελήνης]   

Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.


Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,

όπως ν' αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ' την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ' ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.

Τούτ' η ανησυχία,
μέσ' στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.


                Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ' το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ' τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.
Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (II)
Alberto Pancorbo-

painter


 Ζωή Καρέλλη, Εντυπώσεις


Οι εντυπώσεις είναι δάχτυλα,
πότε φιλντισένια, πότε πιο ρόδινα
ελαφριά πάνω στο μέτωπο,
στους κρόταφους, εκεί,
στις ρίζες των μαλλιών ηδονή
στα ευαίσθητα βλέφαρα.

Κι' είναι βάρβαρα χέρια,
πλατιά ή μυτερά
που σκεπάζουν το πρόσωπο
απότομα ή το ξεσκίζουν.
Όμως για να εισχωρήσουν στο κλειστό μυστικό του σώματος,
εκεί ν' αποτεθούν και να χωρέσουν
στη γυμνή ψυχή, πρέπει να περιμένουμε
ίσως πολύ για την ανάμνηση.

Τότε, το αποτέλεσμα φαίνεται
κι' ας έχουμε εμείς ξεχάσει 
την εντύπωση, γίνεται διαφορετική
αποδίνεται απ' την ψυχή μας
απροσδόκητο, το σχέδιο,
της φυλαγμένης απάντησης.
Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949)
ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ...Ζωή Καρέλλη

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έκθαμβη προσφορά των.

με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,
πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,
τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.

                                  Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
                                  καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.
karen wallis artist
 Ζωή Καρέλλη, Άνθηση

Εμορφα της ζωής ξεσπάσματα
των δέντρων άνθη, ανθίσματα
της ορμής που ανεβαίνει
στο σιωπηλό, κλειστό κορμό.

Ανοίγουν οι εύχρωμες λαλιές τους,
εύηχες
γίνονται προσφορές.
Ευαίσθητες, λεπτές εκφράσεις
του έρωτα λέξεις ερωτικές,
πάνω στο σκληρό σώμα των δέντρων
της άνοιξης.
Inessa Morozova,
Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)
 [Από την ενότητα Παραμύθια του κήπου]-Ζωή Καρέλλη
I

Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
και περιμένει να της φιλήσει
τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,
ώσπου να κοκκινίσουνε
απ' την πολλή του αγάπη.

Rafael Desoto
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ -Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία

 Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία
Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία·
μαγεύονταν οἱ ἄνθρωποι
ὅταν περπατούσαμε μὲ βῆμ’ ἀργὸ
σὰν βάρκα νὰ μᾶς πήγαινε
γιορτὴ καὶ μὲ τραγούδια.

Ἀτημέλητοι
μὲ τὸ χνούδι τῆς κουβέρτας
ἀκόμα στὸ λαιμὸ
ἔμοιαζαν οἱ φωνές μας
τοῦ τσακαλιοῦ καὶ τ’ ἀηδονιοῦ οἱ ἡδονὲς
μπλεγμένες στὸν ἀέρα.
Γνωρίζαμε τὶς ἀπαντήσεις
ὅταν ρωτᾶν οἱ ἄγγελοι στὶς πόρτες
αὐτοὶ ποὺ στέκουν καὶ φυλᾶν
αὐστηρὰ χωρισμένες τὴν ἐπίγεια
ἀπὸ τὴν οὐράνια θλίψη.

(– Ναί, θὰ μείνουμε ἐδῶ…
– Ὅσο κρατήσει…
– Θαυμάζουμε τὴν ἀλεποῦ πὼς τρέχει…
– Θὰ γράφουμε ποιήματα ὡς τὰ βαθιὰ γεράματα
ὡς τὸν μεγάλο σωματικὸ πόνο…)

Σπάνια ἀγκαλιάζεις
σπάνια φοβᾶσαι
τὸ θάνατο τόσο πολὺ
ὅσο ὅταν στὰ χέρια σου
ὁ ἔρωτας
γίνεται τὸ σκῆπτρο
τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.

 Alberto Pancorbo
Ιστορίες ματιών-Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Τα μάτια αγαπούν ν΄αφοσιώνονται
σ΄ελάχιστες πτυχές του ορατού κόσμου
ενώ μέσα το εργαστήρι ερμηνεύει τις εικόνες σε αγγέλους
ή σ΄αποχαιρετιστήριες κάρτες με πεύκα.

Ταξιδεύουν τα μάτια βιδωμένα στο σώμα
η ταχύτητά του τα παρασέρνει
αντιστέκονται λίγο μα ύστερα ακολουθούν
και κοιτάν άλλα καινούργια
ώσπου να πειστεί σιγά σιγά και το ποίημα
και ν΄αρχίσει να παριστάνει το νέο πρόσωπο.

Γερνώντας τα μάτια ξεχνιούνται σ΄ένα σύννεφο
σ΄ένα κομμάτι νερό π΄αστραποβολάει
και τα πάει πέρ΄απ΄την ομορφιά των τοπίων
και τις καφετιές πεδιάδες της κόρης των ματιών σου
σε τόπο όπου ο οφθαλμός είναι ο κόσμος
βλέπει και βλέπεται
κι είναι σαν της αράχνης τον ιστό

σκαλωμένος στου κρανίου την εσώτατη οροφή.

Daniel Gerhartz, 1965 ~ Impressionist painter

Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ
Κική Δημουλά

Επιτέλους
έμπηξα το χαριστικό καρφί
στο πάθος μου για σένα
τετέλεσται όλα
στον μέσα και τον έξω μου σταυρό

κι έτσι, δίχως θρήνους
απαθής κατεβάζω
τυλιγμένο μες στο λευκό σεντόνι
των μαλλιών μου
το άψυχο διωγμένο φίλημά μου
από τα απαρνητικά σου πόδια
τα όξινά σου χείλη

μόνη μου το σηκώνω
δεν έχει καν
το ιδεολόγο εκείνο βάρος που
αποκτά μια στέρηση όταν
την κληρονομεί η ιστορία

αχ, πανάλαφρος απέμεινε
ο θάνατος του πόθου μου για σένα
φυσικό
έχει κλαπεί από μέσα του το σώμα
μέτρα πόσους αιώνες ήκμασε φρενήρες
σφαδάζοντας επάνω
στην παγερή απάρνησή σου γατζωμένο

και τώρα που αποχωρούν
αι μυροφόροι μοίραι μία μία
κι έμεινα μόνη μες στο άδειο γεγονός

ανασηκώνω το καπάκι που σκεπάζει
αυτά εδώ τα πτώματα που γράφω
και θλιμμένη γελώ παρατηρώντας

πώς ζάρωσε τι γερόντιο έθιμο απέμεινε
ο έρως μου για σένα
αλλά και τι γραΐδιο κωμικό τι μάταιο
η μη ανταπόκρισή σου

τετέλεσται όλα Χριστέ μου.

Τήρησα ωστόσο ευλαβώς
το έθιμο της οδύνης και φέτος.


("Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως", Ίκαρος 2007)



Πρόσεχε-Κική Δημουλά
Ὅταν στρώνεις τὸ τραπέζι
πρὶν καθίσεις
νὰ ἐλέγχεις σχολαστικὰ
τὴν ἀντικρινή σου καρέκλα
ἂν εἶναι γερὴ μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οἱ ἐγκοπὲς
μήπως φαγώθηκαν οἱ ἁρμοὶ
ἂν ὑποσκάπτει τὸ σκελετὸ
σκουλήκι
γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα ὅλο καὶ πιὸ βαρύς.
Kική Δημουλά - ΣTO KAΣEΛAKI
Δυὸ τρεῖς φωτογραφίες
πρόσφατες σχετικὰ
τὶς ἔχω κρεμασμένες
δίπλα στὰ κλασικὰ ταγιέρ μου
εὔκολα τὶς βρίσκω.

Οἱ παλιὲς
ἔχουν ἀποθηκευτεῖ ξεχασμένες
σ’ ἕνα κασελάκι ξύλινο
ζωγραφισμένο ἀπ’ ἔξω
μὲ Διονύσου σταφύλια.
Μοῦ τὸ ἔστειλαν κάποτε δῶρο
κάτι φιλικά μου ἀμπέλια.

Ἀναδεύω. Χρειάστηκα ἐκτάκτως
τὸ πιστοποιητικὸ μιᾶς θάλασσας
ἀδύνατον νὰ βρῶ πότε καὶ ποὺ
βυθίστηκε.

Στὸ βυθὸ κατεβαίνω
ψάχνω εἰσχωρῶ στὰ ναυάγια
Θεέ μου πόσα πρόσωπά μου
βρίσκω σὰν ὄστρακα κολλημένα
στῶν ματιῶν τὰ θαμπὰ φινιστρίνια
λίγα λίγα τ’ ἀνεβάζω
στὸ κατάστρωμα τοῦ φωτὸς τ’ ἀπιθώνω
ξαναβουτάω
φέρνω κι ἄλλα πρόσωπά μου
στὴν ἐπιφάνεια
ἀπίστευτο κοίτα πόσες φορὲς
ἄρα δὲν εἶναι τόσο σύντομη
ὅσο λέμε, ἡ ζωὴ
ἀλλὰ καὶ σύντομη νὰ εἶναι
ἕνας λόγος παραπάνω
νὰ ἐπαίρομαι, πόσες φορὲς
μέσα σὲ μία τόσο σύντομη ζωὴ
ἀφθόνησε νὰ πεθαίνω.
Καὶ μὲ τί φωτογένεια.
Ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» 2007
Kική Δημουλά - AΣEBEΣ TO KANONIKO
Τρελάθηκες δύση;
Βγάλε ἀμέσως τὰ κόκκινα
ντροπὴ
στὴν κηδεία σου πᾶς.