Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Oδυσσέας Ελύτης, Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων

1938.  Μάρτιος: Ο Οδυσσέας Ελύτης, απολύεται από το στρατό. Γράφει τα ποιήματα «Μαρίνα των βράχων» «Ηλικία της γλαυκής θύμησης».

 16 Απριλίου, στο περ. Νεοελληνικά Γράμματα ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσιεύει το άρθρο «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης», το οποίο κατά κάποιο τρόπο τον καθιερώνει.

 Αρχές του καλοκαιριού, εγκαινιάζουν με τον Νίκο Γκάτσο το φιλολογικό στέκι του καφενείου Λουμίδη, που θα διατηρηθεί για πάρα πολλά χρόνια. 
Επίσης το «Ηραίον» (γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου), που θα γνωρίσει δόξες ως την έναρξη του πολέμου.

 Αύγουστος: Ταξιδεύει στην Πάρο και Νάξο με το πλοίο «Ακρόπολης». Συμπληρώνει τις σειρές «Αιθρίες» και «Η συναυλία των γυακίνθων».
Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων

– Ι –

Στάσου λιγάκι πιὸ κοντά στὴ σιωπή καὶ μάζεψε τὰ μαλλιὰ τῆς νύχτας αὐτῆς ποὺ ὀνειρεύεται γυμνό τὸ σῶμα της. Ἔχει πολλοὺς ὁρίζοντες, πολλὲς πυξίδες, καὶ μιὰ μοῖρα ποὺ καίει ἀκούραστη κάθε φορά καὶ τὰ πενήντα δύο χαρτιά της. Ὕστερα ξαναρχίζει μὲ κάτι ἄλλο – μὲ τὸ χέρι σου, ποὺ τοῦ δίνει μαργαριτάρια γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα πόθο, ἕνα νησίδιο ὕπνου.

Στάσου λιγάκι πιὸ κοντά στὴ σιωπή κι ἀγκάλιασε τὴν πελώριαν ἄγκυρα ποὺ ἡγεμονεύει στοὺς βυθούς. Σὲ λίγο θὰ ’ναι στὰ σύννεφα. Κι ἐσὺ δέ θὰ καταλαβαίνεις, μὰ θὰ κλαῖς, θὰ κλαῖς γιὰ νὰ σὲ φιλήσω, κι ὅταν πάω ν’ ἀνοίξω μιὰ σχισμή στὸ ψέμμα, ἕνα μικρό γαλανό φεγγίτη στὴ μέθη, θὰ μὲ δαγκάσεις. Μικρή, ζηλιάρα της ψυχῆς μου σκιά, γεννήτρα μιᾶς μουσικῆς κάτω ἀπ’ τὸ σεληνόφωτο

Στάσου λιγάκι κοντά μου.

– ΙΙ –

Ἐδῶ – μέσα στὰ πρώιμα ψιθυρίσματα τῶν πόθων, ἔνιωσες γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ὀδυνηρή εὐτυχία τοῦ νὰ ζῇς! Μεγάλα κι ἀμφίβολα πουλιά σχίζαν τὶς παρθενιές τῶν κόσμων σου. Σ' ἕνα σεντόνι ἁπλωμένο ἔβλεπαν οἱ κύκνοι τὰ μελλοντικά τους ἄσματα κι ἀπὸ κάθε πτυχή τῆς νύχτας ξεκινοῦσαν τινάζοντας τὰ ὄνειρά τους μὲς στὰ νερά, ταυτίζοντας τὴν ὕπαρξή τους μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀγκαλιῶν ποὺ προσμέναν.

Μὰ τὰ βήματα ποὺ δέν ἔσβησαν τὰ δάση τους ἀλλὰ στάθηκαν στὴ γλαυκή κόχη τ' οὐρανοῦ καὶ τῶν ματιῶν σου τί γύρευαν; Ποιὸ ἕναστρο ἁμάρτημα πλησίαζε τοὺς χτύπους τῆς ἀπελπισίας σου;
Μήτε ἡ λίμνη, μήτε ἡ εὐαισθησία της, μήτε τὸ εὔφλεκτο φάντασμα δυὸ συνεννοημένων χεριῶν, δέν ἀξιώθηκαν ποτέ ν' ἀντιμετωπίσουν ἕνα τέτοιο ρόδινο ἀναστάτωμα.

– VΙΙ –

Συγκίνηση. Τὰ φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί καὶ ζώντας χωριστά πάνω στὶς λεῦκες ποὺ μοιράζουν ἄνεμο. Πρὶν ἀπ’ τὰ μάτια σου εἶναι αὐτός ποὺ φυγαδεύει αὐτές τὶς θύμησες, αὐτὰ τὰ βότσαλα – τὶς χίμαιρες! Ἡ ὥρα εἶναι ρευστή κι ἐσὺ στυλώνεσαι πάνω της ἀκάνθινη.

 Συλλογίζομαι αὐτοὺς ποὺ δὲ δεχτήκανε ποτέ ναυαγοσωστικά. Ποὺ ἀγαποῦν τὸ φῶς κάτω ἀπ’ τὰ βλέφαρα, ποὺ σὰ μεσουρανήσει ὁ ὕπνος ἄγρυπνοι μελετοῦνε τ’ ἀνοιχτὰ τους χέρια.

Καὶ θέλω νὰ κλείσω τοὺς κύκλους ποὺ ἄνοιξαν τὰ δικά σου δάχτυλα, νὰ ἐφαρμόσω ἐπάνω τοὺς τὸν οὐρανό γιὰ νὰ μὴν εἶναι πιὰ ποτὲ ὁ στερνός τους λόγος ἄλλος.
Μίλησέ μου∙ ἀλλὰ μίλησέ μου γιὰ δάκρυα.

– Χ –

Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς φυτικές αἰῶρες τ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα. Μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου.

– ΧΙΙΙ –

Πές μου τὴ νεφελόπαρτη ὥρα ποὺ σὲ κυρίεψε ὅταν ἡ βροντὴ προηγήθηκε τῆς καρδιᾶς μου. Πές μου τὸ χέρι ποὺ προχώρησε τὸ δικό μου χέρι μέσα στὴν ξενιτιά τῆς θλίψης σου. Πές μου τὸ διάστημα καὶ τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι – τὸ παρείσαχτο κυμάτισμα ἑνὸς τρυφεροῦ ἰδιωτικοῦ Σεπτέμβρη.

Καὶ σκόρπισε τὴν ἴριδα, στεφάνωσέ με!

– ΧX –


Τόσο φῶς ποὺ κι ἡ γυμνή γραμμή ἀπαθανατίστηκε. Τὸ νερὸ σφάλισε τοὺς ὅρμους. Τὸ μονάκριβο δέντρο ἰχνογράφησε τὸ διάστημα.
Τώρα δὲ μένει παρὰ νὰ ’ρθεις ἐσύ ὤ! σμιλεμένη ἀπὸ τὴν πεῖρα τῶν ἀνέμων καὶ ν’ ἀντικαταστήσεις τὸ ἄγαλμα. Δὲ μένει παρὰ νὰ ’ρθεις ἐσύ καὶ νὰ γυρίσεις τὰ μάτια σου πρὸς τὸ πέλαγος ποὺ πιά δὲ θὰ ’ναι ἄλλο ἀπὸ τ’ὁλοζώντανο τὸ ἀδιάκοπο τὸ αἰώνιο ψιθύρισμά σου.
Δὲ μένει παρὰ νὰ τελειώσεις στοὺς ὁρίζοντες. 
-Ο. Ελύτης, «Η συναυλία των υακίνθων»
VIII
Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ’ ακολουθούν μετουσιωμέ-
να. Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώ-
σφορο στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της
πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυ-
λώνουν τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στο στερνό αέτωμα
της αμφιλύκης.

Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος
σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο είναι το τάξιμο που δεν
έστερξες ποτές σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ’ αφάνιζε είναι αυτός
ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει μ’ απόχρωση αγωνίας στα λοίσθια
των μενεξέδων.
Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε…



Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

ΟΦΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΟ -Νίκος Καζαντζάκης

ΟΦΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΟ: Νίκος Καζαντζάκης
Πρώτος έρωτας, πρώτο βιβλίο

 Το Όφις και Κρίνο είναι το πρώτο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, για το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας έμελλε να έχει αλληλοσυγκρουόμενα αισθήματα. Εξεδόθη το 1906, υπό το φιλολογικό ψευδώνυμο “Κάρμα Νιρβαμή”.
 Ενας ζωγράφος που αποφασίζει ότι ο θάνατός του, όπως και η ζωή του, θα είναι συνδεδεμένος με τον έρωτα και την ομορφιά, είναι ο ήρωας του «Οφις και Κρίνο», του πρώτου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη
«[...] Είναι μαζί ιστορία και ποίημα. Η ιστορία εκτυλίσσεται ως ένας μονότροπος μονόλογος μέσα εις τας σελίδας τού ημερολογίου τού καλλιτέχνου.
Το ποίημα είναι χυμένον πανταχού. Ποίημα νεανικόν και νοσηρόν και ωραίον και θανάσιμον, συμπλέκον αστόχαστα ομού και βαθύγνωμα τας εκστάσεις τού μυστικισμού με του πριαπισμού την λύσσαν, [...] εικών ενός Σατύρου και μιας ψυχής εις σύμπλεγμ’ αδιάρρηκτον, εφιάλτης και παραλήρημα, πάθος και κελάδημα· έργον [...] ενθυμίζον όλην την ηθικήν αντινομίαν τού αθλίου ανθρώπου, φυλακή, μέσα εις την οποίαν αλληλοσπαράσσονται αδιάκοπα η Σαρξ και το Πνεύμα. [...]

Αλλ’ εν ταυτώ ελπίζω ότι ο όφις αυτός ο δολερός και το κρίνον αυτό [.
..] δεν είναι παρά αι πρώται εκδηλώσεις τής ευαισθησίας νεαρού λογοτέχνου, όστις με τον καιρόν θα δημιουργήση έργα ωραία και υγιή, ομού συγκινούντα και ευεργετούντα, ανυψώνοντα και καθαρίζοντα την ψυχήν, ως είναι τα γεννήματα της αρτίας και ιδεώδους Τέχνης.»


Διαβάστε περισσότερα/ εδώ 
 


Νίκος Καζαντζάκης ''Οφις και Κρίνο'' (αποσπάσματα)

 "Δε νομίζεις ότι το κουράγιο και η περιέργεια μοιάζουν μεταξύ τους;" είπε η Μαγιού Κασαχάρα. ''Όπου υπάρχει ψυχή υπάρχει και περιέργεια κι όπου υπάρχει περιέργεια υπάρχει και ψυχή. Δεν έχω δίκιο;"
''Χμ, μπορεί να έχουν κάποια ομοιότητα'' είπα.''Μπορεί να έχεις δίκιο, σε ορισμένα πράγματα μπορεί να συμπίπτουν.''
''Όπως όταν μπαίνεις απρόσκλητος στις ξένες αυλές, ας πούμε.''
''Ναι, κάπως έτσι'' είπα βάζοντας άλλη μια καραμέλα λεμόνι στη γλώσσα μου.
''Όταν μπαίνεις κρυφά στην αυλή κάποιου, αυτό σημαίνει πως η περιέργεια και η ψυχή συνεργάζονται. Η περιέργεια μπορεί να βγάλει την ψυχή από την κρυψώνα της μερικές φορές, μπορεί ακόμα και να την ενεργοποιήσει. 
Όμως η περιέργεια συνήθως εξανεμίζεται. Αυτό που κρατάει είναι η ψυχή.
Η περιέργεια είναι σαν ένα περιστασιακό φιλαράκι που δεν εμπιστεύεσαι. Σε ερεθίζει λίγο στην αρχή και μετά σε αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου -με όση ψυχή σου απομένει.''

"Όλες οι ίνες του κορμιού μου φιλούσαν κι αγαπούσαν μέσα μου. Κι όταν στα βάθη του κρεβατιού εκεί που μας χαμογελούσε κάποιος Θεός, σ' έσφιξα μ' όλο τον θρίαμβο των πόθων μου κι εδέθηκα μαζί Σου, σφιχτά σφιχτά κι άκουσα τα βλέφαρά Σου να σπαρταρούν και ν' αγωνιούν κάτω από τα χείλη μου, ένιωσα πως συνέλαβα την αιώνια Χίμαιρα, πως σπαρταρούσε μέσα στην αγκαλιά μου αιχμάλωτη η ευτυχία και η αιωνιότητα των μεγάλων φρικιάσεων.

Σ' εκύτταξα κ' ήσουν χλωμή και ώμορφη και μυστηριώδης. Κι εγονάτισα μπροστά Σου εκεί, στα βάθη του κρεββατιού κι έσμιξα τα χέρια μου απάνω στην κούραση και στη χλωμάδα του κορμιού Σου, ω Ιέρεια της Ηδονής και της Αγάπης και ω Δημιουργός των στιγμιαίων Αιωνιοτήτων.

Κι ένιωσα πως κάποιο μυστήριο ετελείτο μέσα Σου. Μια αίγλη χυνότανε από τα κλειστά Σου μάτια κι ένας φωσφορισμός έγλυφε κι εχάδευε τα μεριά Σου. Και είπα: Ω Ιέρεια των Πόθων και των Λιποθυμιών, Συ μόνη μπορείς να παρηγορήσεις και να θανατώσεις την ψυχή μου."

Όφις και Κρίνο, Νίκου Καζαντζάκη (Κάρμα Νιρβαμή).
5 του Μάη
Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και το ’ξερα πως θα ’λθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. 

Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. 
Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω από τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας.
Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω από την ψυχή μου και ξυπνούν από τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Το ’ξεραν πως θα ’λθεις. 
Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.
Αγάλια, αγάλια προχωρείς μές στην ψυχή μου με την περηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. 
Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου.
Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ, ω Εκλεχτή κι Ευλογημένη, και είμαι εγώ η γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.
 10 του Μάη
…Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.
Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είναι τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν από το νεκροταφείο κι εδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό…
 Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. Το κορμί Σου είνε φιλντίσι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα.


Και κάτω στα πόδια Σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις – ο υποχθόνιος θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης…
Ω χαμογέλασε, ω Ζωή και ω Αγάπη, στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα Θεά θα γεννάται πάνοπλη και θα ’ναι γύρω οι Θεοί και θα χαμογελούν…
Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και υψώσου Ανέγγιχτη στο βάθος του σηκού και χαμογέλασε. 
Η πομπή ανεβαίνει τώρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι έρχεται ν’ απλωθεί στα πόδια Σου και να Σε προσκυνήσει. 
Τα μαύρα μου προαισθήματα και οι έκφυλοι πόθοι κι οι αγέλαστες σκέψεις όλες σέρνονται δεμένες στον βωμό Σου για να θυσιασθούν…
Συ είσαι η μόνη Θεά, Συ είσαι η Αλήθεια και η Νίκη! Στο μέτωπό Σου χαμογελά η Αθανασία κι ανάβει στα χείλη Σου η λαχτάρα της ζωής και κοκκινίζουν απάνω στα μάγουλά Σου όλα τ’ απόκρυφα κι όλα τα ντροπαλά της αγάπης.

Συ είσαι η Ευρυθμία, Συ η Αλήθεια και η Ζωή. Ανεβαίνει σαν κύμα κι απλώνεται κάτω από τον Παρθενώνα η πομπή η ιερά της αγάπης μου και γονατίζουν οι επιθυμίες μου και μαδούν σιωπηλές στα πόδια Σου όλα των τα λουλούδια.
Έλα, ω Λαχτάρα της ψυχής μου! κατέβα από τα μάρμαρα και δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου…
Έλα να γεμίσομε τις καρδιές μας, σαν τα ποτήρια τα Παναθηναϊκά από το άδολο κρασί του Ιδανικού και θα λάμψουνε τα μάτια μας από το μεθύσι της ζωής και τα χείλη μας θα γεμίσουνε φιλιά…
Έλα. – Σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο, να ξαπλωθούμε κι εμείς απάνω στα μάρμαρα, εδώ, στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά…

Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων κι ωσάν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας και ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη Σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.

Ας αρχίσουνε τον χορό και τα τραγούδια και τη λειτουργιά του Καλού οι μεγάλοι ιερείς και οι ιέρειές τους, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης, ο Φειδίας και η Διοτίμα, ο Περικλής και η Ασπασία. Και ο λαός ο Εκλεχτός των θεών – όλοι οι Αθηναίοι κι όλες οι Ατθίδες – ας ψάλλουν εύθυμοι όλοι μαζί την φαιδράν επωδόν των Ιερέων.

 Και όλα τα λουλούδια ας ανοιχτούν τριγύρω και όλη η αρμονία και το μουρμουρητό της θάλασσας ας ανεβεί ίσα μ’ εδώ απάνω και όλη η ηρεμία κι η χαρά του Ολύμπου η ξενητεμένη ας γυρίσει πάλιν εδώ και ας χυθεί κάτω από τα κιονόκρανα του Παρθενώνα και από τις εσθήτες των Καρυατίδων και ας περιπλεχτεί στα μέλη τα τορνευτά των Ατθίδων και στο μέτωπο των ανδρών – η μεγάλη, η άγια, Ανατριχίλα της αγάπης.
 (σσ. 18 – 19)

"Όφις και Κρίνο" (Αποσπάσματα Α')

"... Ένας πόθος γλοιώδης σέρνεται μέσα μου και ζητά να μάθει όλα τ' άσεμνα λόγια που ξέρεις. Θέλω να ιδώ να βεβηλώνονται μοναχά των τα χείλη Σου τα ντροπαλά!
Να μην κοκκινήσεις καθόλου, να μη διστάσεις, νάχεις πολύξερο το στόμα και τολμηρό το βλέμμα και άσεμνη τη στάση.
Ν' ανεβούν όλοι Σου οι ακάθαρτοι στοχασμοί και οι ακόλαστες καμπυλότητες των γραμμών χειροπιαστές και λάγνες σε λιτανείαν αναιδή...
Να μη μου κρύψεις τίποτε και να μου φτείνεις όλα τ' άσεμνα λόγια που ξέρεις. Ίσως με κάνεις να νοιώσω κάποια καινούργια και άγνωστη ηδονή. Την ηδονή της περιφρόνησης και της αηδείας και της βεβήλωσης μιας αγάπης...
Θα Σε σφίξω τότε με τον εναγκαλισμό των ζώων μέσα στη νύχτα των οργασμών. Και θα νοιώσω να σπαρταρά στα χέρια μου μέσα κάτι τι δικό μου, ένα δημιούργημα του πόνου μου, ένα κορμί που το διέπλασα εγώ και το διέφθειρα εγώ, όργανο της βαθειάς και αγιάτρευτης διαφθοράς του νου μου..."
4 Αυγούστου
Ώ η μυστική αγωνία και το σπαρτάρισμα του κορμιού Σου απάνω στα σεντόνια!
Είχες την αγωνία των θυμάτων που σέρνονται στον βωμό. Και στα μάτια Σου λιποθυμούσαν τα νερά των αιωνίων πόθων.

Κι ήσαν τα φιλιά μας ανατριχιάσματα προαισθημάτων κι ήσαν ψυχομάχημα χαράς και κατρακυλίσματα αρμονικά όλης μας της ευτυχίας και θρήνος απαρηγόρητος όλων μου των ονείρων.
10 Αυγούστου
Πηγαίνω κι έρχομαι σαν τρελλός μέσα στο ατελιέ μου. Οι γραμμές πάλιν οι εξωτικές και τα χρυσάνθεμα και οι σταγόνες των αιμάτων πετιούνται και οργιάζουν κάτω από το χέρι μου. Αδύνατον να εργασθώ. Τίποτε λογικό δεν μπορώ να συναρμόσω και να δημιουργήσω. 

Χθες άρχισα να ζωγραφίσω Εκείνη κι εσχεδίασα το κορμί της πεσμένο όπως προχθές την νύχτα – κι άμα ετελείωσα, είδα – είχα ζωγραφίσει ένα πελώριο κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι.

Και σήμερα βλέπω – δεν είνε ποτάμι, αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα, με μύριους ελιγμούς, και κρατεί στο στόμα του ένα όμορφο πελώριο κρίνο.

11 Αυγούστου
Ώ το θαύμα των σαρκών Σου πανώρηο ριμένο στο κρεββάτι! Και τα βαριά Σου βλέφαρα φορτωμένα πόθους!
Ω το αστραποβόλημα του κορμιού Σου μέσα στα σκότη! 

 
Θάθελα ρόδα να μαδήσω και κυπαρίσων κλώνους και να σωριάσω λούλουδα και προσευχές και θρήνους και να Σε ρίξω μέσα! Και να σκύβω αιώνια από πάνω Σου, ώ Πεθαμένη μου Αγάπη, κι απάνω στα ξέπλεκα μαλλιά Σου να χύνω την ψυχή μου.

Έτσι που Σε βλέπω τώρα, απόψε πάλι, κουρασμένη και πανώρηα κι ακίνητη, ενώνω τα χέρια μου από πάνω Σου και προσεύχομαι στην μεγάλη Δύναμη που σκοτώνει. 

Να λάβει οίκτο για μας και έλεος – για μας τους δύστυχους που αγαπούμε – και να μας στείλει τώρα πούσαι χλωμή κι ακίνητη και κουρασμένη τον Μεγάλο Παρήγορο, τον αδελφό της Αγάπης, την αιώνια Χαρά και την αιώνια Ηρεμία.
Κοιμάσαι και χαμογελάς… Κάτω από την ωχρότητα των βλεφάρων Σου και πίσω από τα ματόκλαδά Σου τα μεγάλα σκύβω και διακρίνω τα μάτια Σου μουσκεμένα από την αίγλη και την νοσταλγία των απολαύσεων.
Στα χείλη Σου κυλιέται κι ανατριχιάζει, ώ Ακόρεστη, η κανθαρίδα των φιλιών, κι απάνω στα στήθη Σου εξογκώνεται κι ανεβοκατεβαίνει ένα κύμα μεγάλο , κύμα σαρκών που φουρτουνιάζει στην απόκρυφη καταιγίδα της ηδονής.

Σε σφίγγω και το κύμα σπαράσσει αιχμαλωτισμένο στην αγκαλιά μου, κυρτώνεται κάτω από τα χείλη μου και με σκεπάζει όλο σε απέραντο βελούδινο χάδι, σαν να ζητά να πνίξει κάποιο καράβι, σαν να ζητά να πνίξει και να φύγει.
Κοιμάσαι και μου χαμογελάς. Μου έρχεται να Σ’ αρπάσω από τα μαλλιά και να βάλω το χέρι μου απάνω στο εξόγκωμα εκείνο του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και να σφίξω, και ν’ απολαύσω τον Πόνο Σου
Ώ Πολυαγαπημένη, και να ιδώ τα μάτια Σου πως θ’ ανοίξουν άξαφνα τρομασμένα και τι χρώμα θα τους δώσει η φρίκη και να ιδώ τα χείλη Σου τι θα τα κάμεις.


 Θα Σε σφίξω με τα δυό μου χέρια απάνω στο εξόγκωμα του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και θα ιδώ πόσο όμορφα θα κυρτωθεί και θα τυλιχτεί απάνω μου ο όφις του κορμιού Σου.


Θα εξογκωθούν οι βολβοί των ματιών Σου και θάναι απόλαυση η αγωνία της φωνής Σου – σαν ροχαλητό θανάτου, σαν τις φωνές εκείνες και τις κατάρες π’ ακούω κάποτε τη νύχτα να βγαίνουν από τ’ άστρα που ψυχομαχούν.


Θα στριμωχτείς εκεί στη γωνιά του κρεββατιού και θα παρακαλέσεις και θα νοιώσω, ώ Άγρια Απόλαυση! θερμό και μαλακό το αίμα Σου να τρέχει από τα χέρια μου, μέσα από τα δάχτυλά μου, και να πέφτει απάνω στα λευκά σεντόνια και να στάσσει κάτω από τις δαντέλλες….

Τι έχω; Μα τίποτα αγάπη μου. Γιατί είμαι χλωμός; Θάναι από την κούραση και την αγάπη. Εκοιμώσουν κ’ ήμουν γερμένος και Σε κύτταζα και χαμογελούσα.
Θα ξαπλωθούμε εκεί οι δυό μας αμίλητοι, όμορφοι, ευτυχισμένοι. Θα κολλήσω τα χείλη μου απάνω στα χείλη Σου και θάναι αιώνιο το φιλί  Όχι, η φωνή μου δεν τρέμει… Γιατί να τρέμει αγάπη μου; Εκοιμώσουν και Σε κύτταζα κι άναβαν μέσα μου πόθοι παράξενοι, να σ’ αρπάξω με τα φτερά των ασμάτων μου και την παντοδυναμία των επιθυμιών μου και να πάμε αλλού, αγάπη μου, δεν ξέρω κι εγώ που … εκεί όπου αιώνια χαρά ανατέλλει μεσ’ από τ’ ακίνητα κι απόκρυφα νερά.
και θάμαστε ξαπλωμένοι απάνω στο χώμα και οι νύχτες θα περνούν από πάνω μας και τα ρόδα θα μαδούνε και θα πέφτουνε τα φύλλα και το φιλί μας θάναι ασάλευτο, μεγάλο ωσάν την αιωνιότητα κι ωσάν τη νύχτα.

Εκοιμώσουν κι εσκορπούσα το τραγούδι της αγάπης μου απάνω στα βλέφαρά Σου και στα κλειστά Σου χείλη.
Ώ Πολυαγαπημένη! μην κλαίς η αγάπη μου είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια
 17 Αυγούστου
Τρεμουλιαστή και όμορφη με κοκκινισμένα μάτια, από το κλάμα ίσως, εμπήκεν απόψε στο δωμάτιό μου.


 Σαν νάβλεπα αϊδόνι, να μπαίνει σε φωληά γερακιού. Ένας οίκτος, μια αγάπη κι ένας οίκτος εγλύστρησαν μέσα μου κι εμαλάκωσαν τα λόγια μου.
Γιατί είσαι χλωμή, αγάπη μου; Όχι, δεν έκλαψες; Ά παρακάλεσες τον Θεό για μένα; Ένα γέλοιο άγριο εξέσκισε την καρδιά μου. Δεν είπα τίποτε. Ά δύστυχη, νάξερες, τι είπα μέσα μου!


Μου έφερε κρίνα, μιάν ανθοδέσμη. Έπιασε το κεφάλι μου και μ’ έσφιγγε στα στήθη της σιωπηλή και κάτι ψιθύριζαν τα χείλη της.
 Φοβούμαι πως ήταν προσευχή.
Ένα άρωμα βαρύ ανέβαινε από τη σάρκα της θερμό και άσεμνο κι έμαπινε στο κορμί μου.

Της είπα να σωπάσει. Εμάδησα τα κρίνα κι εζήτησα τα χείλη της. Θέλω την κοινωνία του κορμιού Σου απόψε. Το άδυτο και το άγιο Βήμα της σάρκας Σου ποθώ.
Λειτουργός του Αληθινού Θεού θα προσφέρω θυσία απόψε και θάναι ναός το σώμα Σου και ύμνοι τα παραληρήματά μας κι έκσταση θρησκευτική και υπερκόσμια η κάμαρα μετά την ηδονή μας. Θα μεταλάβω όλων Σου των κινημάτων και όλων Σου των κυρτοτήτων και όλων των μυστηρίων του κορμιού Σου. 


Και όταν εξαντλημένη γύρεις μεσ’ στα λευκά σεντόνια και αποκάμουνε τα μπράτσα Σου να σφίγγουν θάλθω να γονατίσω μπροστά Σου, ώ Αγία τράπεζα της ηδονής – και θα σμίξω τα χέρια μου και θα προσευχηθώ.

Και θ’ ανοίξω έπειτα τα μάτια Σου και θα διαβάσω μέσα εκεί στα γαλανά των βάθη το μυστήριο που μου κρύβεις.
22 Αυγούστου
Γονατίζω μπροστά Σου, ώ Εκλεχτή της ψυχής μου,  και  Σε παρακαλώ.
Δώσε μου από την αχάραχτη γαλήνη που κοιμάται και χαμογελά στο μέτωπό Σου κι από την ηρεμία τη μεγαλόπρεπη των κινημάτων Σου κι από το σεληνόφως που σκορπά η ήρεμη και λευκή βασίλισσα των νυχτών η ψυχή Σου. Σκύβω και Σε παρακαλώ.

Που βρίσκονται λοιπόν τόσοι κόσμοι σιγής και γαλήνης που πλένε και χαμογελούν στα μάτια Σου τα μεγάλα; Σκύβω απάνω των και κυττάζω.
Οι σκέψεις Σου σαν ήμερα κρίνα γέρνουν και συλλογούνται στις ατάραχτες λίμνες των ματιών Σου. Παράξενοι ουρανοί χωρίς βροντές και νέφαλα μόνο γεμάτοι φως κι αρμονία – γεμάτοι Θεό – καθρεφτίζονται και κρυφομιλούν στα νερά των ματιών Σου. 

 Ώ μην κλείς τα μάτια Σου όταν Σε φιλώ. Θέλω να ιδώ τι λένε οι αγγέλοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πως ναυαγούν και σπούνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου.

25 του Μάρτη
…….Κάθομαι και συλλογούμαι στον μαδημένο κήπο. Η νύχτα αρχίζει να χύνεται απάνω στα δένδρα. Στον ουρανό τ’ άστρα βάνουν αρχή ν’ ανοίγουν.
Η χαρά πλειά πένθιμη τώρα εσταμάτησε στον λαιμό μου.
Η θάλασσα από μακρυά τραγουδεί την ηδονή του θανάτου. Μυστηριώδης φλογέρα σέρνει στον ουρανό τα άστρα. Πάνω σ’ όλες τις κορφές απλώνεται η ηρεμία και τα φύλλα των δένδρων μιλούν αγάλι αγάλι….


Ώ Δύστυχη! Δύστυχη! Μ’ έρχεται να φύγω και να κρυφτώ στα βάθη των δασών και να ξαπλωθώ χαμαί στην γη και ν’ αφήσω τα δάκρυά μου να τρέξουνε, να τρέξουνε για Σένα, που Σου ήταν γραφτό να με γνωρίσεις!…
Εδώ τελείωνε το ημερολόγιο της καρδιάς του δυστυχή φίλου μου – του μεγάλου καλλιτέχνη – Γραμμένο άνω κάτω σε σκόρπια φύλλα με νευρικά ακανόνιστα γράμματα.

Ο υπηρέτης ήλθεν ένα πρωϊ τρομαγμένος και μου φώναξε να τρέξω στην έπαυλη του φίλου μου. Υπόπτευσα δυστύχημα γιατί εγνώριζα τον φίλο μου και την αγάπη του.
Εσπάσαμε την πόρτα του δωματίου και μιά πνιχτική μυρωδιά λουλουδιών μας επερίχυσε. Άνοιξα γρήγορα τα παράθυρα και τις πόρτες.


Φοβερό θέαμα! Εκείνη είχε συρθεί ίσα με το παράθυρο για να τ’ ανοίξει φαίνεται. Τα λουλούδια στα πόδια της, κάτω από το παράθυρο ήσαν πατημένα, ζουλισμένα τα δάχτυλά της ήσαν ματωμένα – όλα έδειχναν πως επάλεψεν απελπισμένα η δύστυχη ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει – μα εκείνος δεν την αφήκε.

Κι είχε πέσει χλωμή κι εξαντλημένη με μάτια μεγαλωμένα από τον τρόμον.
Ένας σπασμός φρίκης και φόβου – και μίσους – παραμόρφωνε το όμορφο, το αγνό της πρόσωπο. Και το λιγερό της σώμα είχε ξαπλωθεί απελπισμένο και νεκρό απάνω στα λουλούδια.

Εκείνος μ’ ένα ήρεμο χαμόγελο είχε ξαπλωθεί χαμαί στο πλάϊ κι είχε ρίξει τα χέρια του μ’ ένα κίνημα ανέκφραστο αγάπης γύρω στον λαιμό της.

Από πάνω των ήτο κρεμασμένη μιά αλλόκοτη εικόνα που έδειχνε τον θλιβερό δρόμο πούχε πάρει τελευταία η σκέψη του δυστυχή και μεγάλου καλλιτέχνη.
Μια μεγάλη έρημος κι ο ήλιος εβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο.
Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχαϊδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό κάτασπρο και μαραμένο κρίνο.



Φωτογραφία  με τίτλο «Όφις και Κρίνο»,  του Στέλιου Χουστουλάκη.
Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...