Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Η Ελένη των Μύθων και των Ποιητών



Gaston Bussiere (1862-1929)
Helen of Troy
Ως σημαίνον σύμβολο η Ελένη, των επικών ή τραγικών μύθων, γίνεται διαχρονικά ένα ισχυρό σημείο αναφοράς και έμπενευσης για τους ποιητές.
Συνώνυμο της ιδανικής γυναικείας ομορφιάς, της προδοσίας, του ασυμβίβαστου, περιπαθούς και αδίστακτου έρωτα, αλλά και του ανώφελου θανάτου, η ποιητική μορφή της
Ελένης άλλοτε γοητεύει κι άλλοτε προκαλεί και καταδικάζεται.


Μέσα από την αέναη διαδρομή της στους ποιητικούς μύθους, που κατασκευάζονται γύρω από την εικόνα της, δικαιώνεται ή κατακρίνεται, με σκοπό να προκαλέσει συγκίνηση ως τραγικό πρόσωπο ή για να χρησιμοποιηθεί ως εμβληματική φιγούρα που εκφράζει κάποια εποχή ή ακόμη για να σχηματοποιηθούν μέσα από την πολυσημία του συμβολισμού της κάποιες εκδοχές εσωτερικής ή εξωτερικής ζωής.

Helen Of Troy.1885 work of Gustave Moreau

«Κι αν ήταν άδειος ίσκιος πλανερός, ας είναι βλογημένος·
γι’ αυτόν τον ίσκιο εμείς παλέψαμε και πλάτυνεν ο νους μας,
γερέψαν τα κορμιά, γυρίσαμε στην ποθητή πατρίδα

κι ήταν γιομάτα περιπλάνησες τα φρένα μας κι αντρεία
και τα καράβια μας ξεχείλιζαν ασήκωτα λεβέτια,
χρουσά σκουτιά κι ανατολίτισσες πολύ γλυκές γυναίκες.

Η γης όλη μου φαίνεται, ασκητή, σα νιολουσμένη Ελένη,
πέπλα φοράει με ξόμπλια θάλασσες και ξενιτιές και κάστρα ...»
 

Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, γ΄έκδοση, εκδ. Δωρικός, ραψωδία Ω, στίχοι 966-973.
 


Πίνακας, Helen Of Troy 1898 Oil Painting Reproduction |Morgan, Evelyn De
Ο Δημήτρης Λιαντίνης, σε
μάθημα του, προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου, με θέμα '' Η Ωραία Ελένη, ως νοητική εποπτεία, απο τον Ομηρο, μέχρι τον Ελύτη'' αναφέρει: 
 Ο Ελύτης που όπως σας έχω πει και άλλοτε, το όνομά του το πήρε από το ΕΛ - της Ελένης, Ελ, Ελένη, Ελευθερία, Ελλάδα, και λοιπά, το Υ grecum, το μόνο ελληνικό γράμμα, παγκόσμια, το Υ grecum, το υ το ποτηράκι, που λέτε, και η αρχαιοπρεπής κατάληξη - ΤΗΣ.
Μας έχει δώσει και δύο-τρία ωραία ποιήματα για την Ελένη ο Ελύτης, ήδη από τους Προσανατολισμούς, έτσι; "κι όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα", "με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι", και άλλα μετά, "η Ελένη με το πρόσωπο και με το πλάι, "κάτασπρο γιασεμί και μυ και μυ και μυστικέ μου Αποσπερίτη, φέρτε με, φέρτε με στη Κρήτη και μη και μη ρωτάτε το γιατί " . "Ελένη, σελήνη, σελήνη, Ελένη σελήνη αναβρυτή, Ελένη χώρα του Ήδυπνου, πόρπη ασημένια Ελένη"..
 Πλήρη αναφορά /εδώ http://antikleidi.com/2013/04/07/elen/

   Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-Oδυσσέας Ελύτης

ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ  (1974)


                                    ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙ

Να 'ταν η στενοχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί    σκισιματιά που
θα τραβούσε    πάνου ως κάτου     μες στου μέσα κόσμου τη μαυρί-
λα    κι αψιθιά με τι δριμύτη απ' τα βουνά της Κρήτης θ' άναβε μες
στον Άδη σαν αηδονολαλιά


Πόρπη ασημένια Ελένη

Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ σαν να 'χω μες στα χάδια
σου διαβάσει τις επιστολές του Παύλου

(Σήκωνε το κλουβί

μια δω μια κει

κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη

ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι

μια δω μια κει

ο ήλιος κάθε Κυριακή)
Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί    κι εσύ τον τέταρτο τραβάς και
φέγγεσαι    που να θωρώ πίσω απ' το σώμα σου να τρέχουν όρη και
νησιά    του γραίγου όλα τα ερημόλογα και τα κατσούλια της αυλής
όπου μεγάλωσες    παραδεισένια

Ελένη χώρα του Ήδυπνου

Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός για
να 'βγει τέτοια μέντα η ομορφιά σου

(Φώναζε στην αυλή
ψι-ψι  ψι-ψι

κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
ψι-ψι  ψι-ψι

την αστραπή τους τη χρυσή)

Κι όπως παντού νυχτώνει κάποτε    όμως    (ίδια μες στην αγάπη) ένα
φωσάκι καταμόναχο φωνάζει «εγώ» «εγώ»    κι ούτε τ' ακούει κανέ-
νας    μόνο μια θύμηση ανεβαίνει σαν λευκή μορφή καταθαλάσσης
γυρισμένη    έτσι κι εσένα


Σελήνη Ελένη αναβρυτή

Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες    τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί
και δεν αντέχει    κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί της νύχτας όλο το δαι-
μονολόγι

(Κάτασπρο γιασεμί

και μυ- και μυ-

και μυστικέ μου Αποσπερίτη

πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη

και μη και μη

και μη ρωτάτε το γιατί).

Πηγή http://odysseas-elitis.weebly.com/

Πηγή φωτογραφίας artwork from beautifuldrawings.com
Τάκη Σινόπουλου, «Ποίημα για την Ελένη»

Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ' όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ' αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ' οράματα τα χρόνια μου.
Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.

Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου 'φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου 'φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.

Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα.
Σε περιμένω.

Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ' το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ' τη δική σου δύναμη.

Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ' τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ' ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.

Τάχα θα' ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα 'ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;

Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες - ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα 'ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ' άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;
Από τη συλλογή Ελένη (1957)
[πηγή: Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 31990, σ. 151-152]

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «ΕΛΕΝΗ»

Είμ’ η Ελένη· από του Ήλιου
την πηγή χυμένη εγώ,

το χρυσόνειρο είμαι του Ήλιου
και στον Ήλιο, εκεί γυρνώ·
γύρω μου, όχι· σε είδωλό μου
θεόπλαστο ολοζωντανό
θεοί και ήρωες γύρω αψήφησαν
πόλεμο και χαλασμό.
Όχι εμένα! Τον υπέρκαλο
νυχτανεβασμένο ίσκιο μου
σε γη και ώρα στοιχειωμένη
πήρε ταίρι ο γόης Κιμμέριος·
είμ’ η ανέγγιχτη κ’ η αχάλαστη,
κ’ η άφταστη. Και είμ’ η Ελένη.
Πίνακας,
Helen of Troy.Dante Gabriel Rossetti

Helen of Troy,by dani-lachuk

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

«ΕΛΕΝΗ» -Απόσπασμα

(ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ’, 1955)

ΤΕΥΚΡΟΣ
ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ
Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ:
Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;
 
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ
 «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
 
Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το ‘λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Πίνακας, Lord Frederic Leighton
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .
 
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
 
Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι
Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
 helen1.jpg (201025 bytes)

Γιάννης Ρίτσος, Ελένη
Η "Ελένη" (με άρθρο οριστικό) γράφεται, σύμφωνα με το χρονολογικό δείκτη στο τέλος του ποιήματος, στο Καρλόβασι από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1970, όπου βρίσκεται ο ποιητής περιορισμένος κατ' οίκον από τη δικτατορία του 1967. 

 Τυπώνεται αυτοτελώς το Μάρτιο του 1972, με ένα χαρακτικό της Βάσως Κατράκη και φέρει την αφιέρωση ''Στη μνήμη της ΝΙΝΑΣ της αδελφής μου.''
Η Νίνα πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1970 και ο θάνατός της βυθίζει τον ποιητή σε μεγάλο πένθος.
Η πάντοτε επαρκώς πληροφορημένη Χρύσα Προκοπάκη στην πρώτη σημείωση της μελέτης της "Πορεία προς τη "Γκραγκάντα"" γράφει:
"Πρότυπο για την ανάπλαση της μυθολογικής Ελένης στάθηκε η χαμένη μορφή της αδελφής" του Ρίτσου.
Πηγή και πληροφορίες /εδώ
http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=3747767
http://ritsos.ekebi.gr/photos/47.jpg

 Ελένη, Γ-Ρίτσος (απόσπασμα)
''Τώρα ξεχνώ τα πιο γνωστά μου ονόματα ή τα συγχέω μεταξύ τους -
Πάρις, Μενέλαος, Αχιλλέας, Πρωτέας, Θεοκλύμενος, Τεύκρος,
Κάστωρ και Πολυδεύκης - οι αδελφοί μου, ηθικολόγοι· αυτοί, νομίζω,

έγιναν άστρα - έτσι λένε, - οδηγοί καραβιών· - Θησέας, Πειρίθους,
Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, Αγαμέμνων, - ήχοι, μόνον ήχοι
χωρίς παράσταση, χωρίς το είδωλό τους γραμμένο σ’ ένα τζάμι,
σ’ έναν μετάλλινο καθρέπτη ή στα ρηχά, στ’ ακρογιάλι, όπως τότε
μιαν ήσυχη μέρα με λιακάδα, με πολλά κατάρτια, όταν η μάχη

είχε κοπάσει, και το τρίξιμο των βρεγμένων σκοινιών στις τροχαλίες
κρατούσε τον κόσμο ψηλά, σαν τον κόμπο ενός λυγμού σταματημένον
μέσα σ’ ένα κρυστάλλινο λαρύγγι – κ’ έβλεπες τον κόμπο να σπιθίζει,
να τρέμει
χωρίς να γίνεται κραυγή, και ξαφνικά όλο το τοπίο με τα καράβια,
τους ναύτες και τ’ αμάξια, βούλιαζε μέσα στο φως και στην ανωνυμία.''

 
 Agamemnon Helen Of Troy Venus convinces helen to hear
Angelica Kauffman, 1790
 Γ. Mανουσάκης Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα
 Περπάτησα έξι μέρες ώσπου να ’ρθω
στην πύλη αυτού του παλατιού.

Ήθελα ν’ αντικρίσω μια φοράν εκείνη
που η ομορφιά της θόλωσε τα φρένα
τόσων παλικαριών και γέμισε με θρήνους
τις χώρες της Ελλάδας και την Τροία.

Βαρέθηκα πια να μετρώ τις μέρες
που σέρνομαι εδώ γύρω. Δούλες πονόψυχες
μου δίνουν πότε – πότε λίγο φαΐ
και δούλοι βλοσυροί με διώχνουν,
με χτυπούν με τα ραβδιά τους.

Μα εγώ όλο και ξαναγυρίζω προσδοκώντας
να ιδώ τον ήλιο που θα μου θαμπώσει τα μάτια.
Σήμερα το πρωί δε βάσταξα
και ρώτησα την πιο γριά υπηρέτρα
γιατί δε βγαίνει η
Ελένη απ’ το παλάτι
να λάμψει η πόλη, να χαρούν οι ανθρώποι
το θείο δώρο της μορφής της.
Γέλασε
εκείνη ένα στριγγό κακόηχο γέλιο

και μου ’πε: «Ποιαν Ελένη θέλεις
να δεις; Σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά
τα παραθύρια, δίχως τους καθρέφτες της,
μακριά απ’ τον κόσμο, ζει μια γυναίκα
όμοια μ’ εμένα.

Άσπρα μαλλιά, στόμα
ξεδοντιασμένο, σακκουλιασμένα μάτια
δίχως λάμψη, κι η σάρκα πλαδαρή, νερου-
λιασμένη.
Έξω δε βγαίνει
και κανένα πια δε θέλει να δεί. Εγώ μόνο
μπαίνω στο μισοσκότεινο δωμάτιο
και τη φροντίζω.
Ξένε, δε συλλογίστηκες
σαν πόσα χρόνια να ’χουν περάσει
απ’ όταν άρχισε ο πόλεμος της Τροίας.»
Painting by Walter Crane
Για την Ελένη - 1978
Στίχοι:  
Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική:  
Μάνος Χατζιδάκις
 Είκοσι χρόνια με ρωτάς
ποιος πήρε την
Ελένη
μα εκείνη μόνη στο σχολειό
τον Πάρη περιμένει


Είκοσι χρόνια με ρωτάς
ποιόν αγαπά η Ελένη
είναι στη Σπάρτη, στα νησιά
στην Τροία παντρεμένη

Με ρωτούν για την Ελένη αχ Ελένη
που’ναι εικόνα δακρυσμένη αχ Ελένη

μα εγώ δεν απαντώ
την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
πού θα βρεθεί η Ελένη

σαν ζωγραφιά στην εκκλησιά
ή σαν κερί αναμμένη

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
πού θάψαν την Ελένη

μπορεί στο Άργος στους αγρούς
μπορεί στην οικουμένη

Με ρωτούν για την Ελένη αχ Ελένη
που’ναι εικόνα δακρυσμένη αχ Ελένη

μα εγώ δεν απαντώ
την καρδιά μου τη σφραγίζω
και την πίκρα μου κεντώ
http://4.bp.blogspot.com/-v-W8R1hpAxU/UM4sl21MSiI/AAAAAAAAMOY/T17JLfguwrc/s1600/&+%CE%9C%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%A7%CE%91%CE%A4%CE%96%CE%99%CE%94%CE%91%CE%9A%CE%99%CE%A3+%CE%93%CE%B9%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7.jpg


Η Ελένη είναι ο μύθος για ένα κορίτσι του καιρού μας που έχει χαθεί.
Η Ελένη είναι ένα φάντασμα με τη μορφή ενός κοριτσιού, που κάθε τόσο φανερώνεται και χάνεται μες απ’ τις βροχές, μέσα από τα σύννεφα και μες από τον ήλιο.

Η Ελένη, όπως η Μελισσάνθη, η Μάγδα και η Μαριάνθη των ανέμων, ανήκει στην πολύ προσωπική μου μυθολογία.
Τα τελευταία χρόνια πολλές φορές σαν είμαι μόνος σκέπτομαι την έννοια κορίτσι να μπλέκεται παράξενα στο μύθο μου και στη ζωή μου.
Ισως γιατί η ηλικία μ’ εμποδίζει να δοκιμάσω την απειρία μου σε απομακρυσμένες η καινούργιες εμπειρίες.
Κι έτσι θα μείνω μ’ ότι θυμάμαι απο τον έρωτα συγκεχυμένα και μισά.
Με μιαν Ελένη που κάπου στη Γη ή μες στην απέραντη οικουμένη έχει ταφεί.

Μάνος Χατζιδάκις

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

"Ο Καθρέφτης κι η Μάσκα"-Χόρχε Λουίς Μπόρχες ("El espejo y la máscara"Jorge Luis Borges)

Είναι γνωστό πως οι καθρέφτες, οι λαβύρινθοι κι οι τίγρεις στοιχειώνουν τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges) κι έτσι τα συναντάμε πολύ συχνά στα κείμενά του.
Ο καθρέφτης είναι για τον Μπόρχες αντικείμενο σπουδαίο και μαγικό και στο διήγημα "Ο Καθρέφτης κι η Μάσκα""El espejo y la máscara"

 Ο βασιλιάς ανταμείβει τον βάρδο για το καταπληκτικό του έργο με έναν καθρέφτη.
Είναι επίσης ιερός έτσι που να μπορεί να βρεθεί μέσα σ’ έναν όρκο:
''Εκείνες τις νύχτες ορκίστηκα στον θεό που βλέπει με δύο πρόσωπα και σ’ όλους τους θεούς τού πυρετού και των καθρεφτών να πλέξω έναν λαβύρινθο γύρω από άνθρωπο που φυλάκισε τον αδερφό μου.''

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο Καθρέφτης και η Μάσκα

El espejo y la máscara - Jorge Luis Borges

Μετά τη μάχη του Κλόνταρφ, όπου νικήθηκαν οι Νορβηγοί, ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας μιλούσε με τον αυλικό του ποιητή. «Τα μεγαλύτερα κατορθώματα χάνουν τη λάμψη τους αν δε μπουν μέσα σε λέξεις», είπε ο βασιλιάς.
«Θέλω να ψάλλεις τη νίκη μου και το εγκώμιό μου. Θα 'μαι ο Αινείας και θα 'σαι ο Βιργίλιός μου. Θεωρείς τον εαυτό σου ικανό γι' αυτή την αποστολή που θα χαρίσει την αθανασία και στους δυο μας;»


«Μάλιστα, Κύριέ μου», είπε ο βάρδος. «Είμαι ο Όλλαν. Δώδεκα χειμώνες παιδεύτηκα στους κανόνες της προσωδίας. Ξέρω απέξω τους τρακόσους εξήντα μύθους που 'ναι η βάση της αληθινής ποίησης.(…)
Οι νόμοι μου επιτρέπουν να χρησιμοποιώ μ' απλοχεριά τις πιο παλιές λέξεις της γλώσσας μας και τις πιο περίπλοκες μεταφορές. Έχω καταχτήσει τα μυστικά του γραψίματος που προστατεύουνε την τέχνη μας απ' τα μυωπικά μάτια του όχλου. Μπορώ να εγκωμιάσω έρωτες, ζωοκλοπές, ταξίδια και πολέμους.

(…) Έχω κάποια γνώση μιας αμερόληπτης αστρολογίας, μαθηματικών, κανονικού δικαίου και των ιδιοτήτων των φυτών. Νίκησα τους ανταγωνιστές μου σε δημόσιους διαγωνισμούς. Είμαι δεξιοτέχνης της σάτιρας, που προκαλεί δερματικές παθήσεις, περιλαμβανομένης και της λέπρας. Ξέρω να χειρίζομαι το σπαθί, καθώς απέδειξα στη μάχη σας. Ένα μονάχα πράμα δεν
ξέρω -πώς να σας ευχαριστήσω για το δώρο που μου κάνατε».

Ο βασιλιάς, που βαριόταν εύκολα τις μακρηγορίες, ιδιαίτερα των άλλων, είπε με ανακούφιση: «Τα ξέρω όλ' αυτά, πολύ καλά. Άκουσα πως τελευταία τραγούδησε τ' αηδόνι στην Αγγλία.
Όταν περάσουν τα χιόνια κι οι βροχές, και τ' αηδόνι επιστρέψει στον τόπο μας απ' τις νότιες χώρες, θα ψάλλεις τα εγκώμιά σου μπροστά στην Αυλή και στη Σχολή των Βάρδων.
Σου παραχωρώ έναν ολόκληρο χρόνο. Κοίτα να εξευγενίσεις κάθε λέξη και κάθε γράμμα, και να τους δώσεις μιαν αστραφτερή λαμπρότητα. Η ανταμοιβή, καθώς ξέρεις, δε θα 'ναι ανάξια ούτε των βασιλικών μου συνηθειών ούτε των άγρυπνων νυχτών της έμπνευσής σου».

«Υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή απ' το να βλέπω τη μεγαλειότητά σας;» είπε ο ποιητής που ήταν ταυτόχρονα και αυλικός. Υποκλίθηκε κι αποχώρησε, έχοντας κιόλα στο μυαλό του τη φευγαλέα μορφή κάνα-δυο στίχων.


Σαν κύλησε ο χρόνος - κι ήταν μια κακή χρονιά, όλο επιδημίες κι εξεγέρσεις - ο ποιητής παρουσίασε τον πανηγυρικό του. Τον απάγγειλε αργά και με αυτοπεποίθηση, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο χειρόγραφο.
Με μια κίνηση του κεφαλιού του, ο βασιλιάς έδειξε την επιδοκιμασία του. Τον μιμήθηκαν όλοι, ακόμα κι αυτοί που συνωστίζονταν στις πόρτες και δεν μπόρεσαν ν' ακούσουν ούτε μια λέξη.


Στο τέλος μίλησε ο βασιλιάς.
«Δεκτός ο μόχθος σου,» είπε. «Είναι άλλη μια νίκη. Έχεις δώσει στην κάθε λέξη τ' αληθινό της νόημα, και στο κάθε ουσιαστικό το επίθετο που 'διναν οι παλιοί μας ποιητές.
Σ' όλο τον πανηγυρικό σου δεν υπάρχει ούτε μια εικόνα που να μην ήτανε γνωστή στους κλασικούς. Ο πόλεμος είναι τ' όμορφο σύμπλεγμα των ανδρών, και το αίμα είναι τον νερό του σπαθιού.

Η θάλασσα έχει τους θεούς της και τα σύννεφα προλέγουνε τον μέλλον.
Χειρίστηκες με μαστοριά τη ρίμα, την παρήχηση, τη συνήχηση, τη διάρκεια των φθόγγων, τα τεχνάσματα της έμπειρης ρητορικής και τη σοφή ποικιλία των μέτρων.
Αν όλη η λογοτεχνία της Ιρλανδίας ήταν να χαθεί -ο μη γένοιτο- θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, χωρίς απώλειες, από την κλασική ωδή σου. Τριάντα γραφιάδες θα την αντιγράψουν, ο καθένας δώδεκα φορές».



Έγινε για λίγο σιωπή, κι ύστερα συνέχισε: «Όλα είναι καλά κι ωστόσο τίποτα δεν έγινε. Το αίμα δεν τρέχει γρηγορότερα στις φλέβες μας. Τα χέρια μας δεν απλώθηκαν ν' αρπάξουνε τον τόξο. Κανένας δε χλόμιασε.
Κανένας δεν έβγαλε μια πολεμική κραυγή, κανένας δεν πρόταξε τα στήθια του ενάντια στους εχθρούς. 

Πριν περάσει ένας χρόνος, ποιητή, θα 'χουμε την ευχαρίστηση να επικροτήσουμε μιαν άλλη ωδή σου. Στο μεταξύ, σαν ένα δείγμα της επιδοκιμασίας μας, πάρε αυτόν τον ασημένιο καθρέφτη».
«Καταλαβαίνω», είπε ο βάρδος, «κι υποβάλλω τις ευχαριστίες μου».
Τ' αστέρια τ' ουρανού συνέχιζαν τη λαμπερή πορεία τους. Γι' άλλη μια φορά τραγούδησε τ' αηδόνι στα δάση των Σαξόνων, κι ο ποιητής ήρθε ξανά με το χειρόγραφό του που, αυτή τη φορά, ήταν μικρότερο απ' το προηγούμενο.
Δεν το απάγγειλε από μνήμης, αλλά το διάβασε, μ' ολοφάνερη διστακτικότητα, παραλείποντας εδώ κι εκεί ορισμένα αποσπάσματα, σα να μην τα καταλάβαινε κι ο ίδιος, ή, σα να φοβόταν μην τα βεβηλώσει.
Ήταν παράξενη ωδή. Δεν ήταν η περιγραφή της μάχης - ήταν η μάχη. Μέσα στη χαώδη πολεμική της ατμόσφαιρα, συγκρούονταν μεταξύ τους ο Θεός που είναι Τρεις και είναι Ένας, οι ειδωλολατρικές θεότητες, κι εκείνες που θα εξαπέλυαν πόλεμο εκατοντάδες χρόνια αργότερα.
Η μορφή δεν ήτανε λιγότερο παράδοξη. Ένα ουσιαστικό στον ενικό, συντάσσονταν μ' ένα ρήμα στον πληθυντικό. Οι προθέσεις δεν είχαν καμιά σχέση με την κοινή χρήση. Η τραχύτητα εναλλασσόταν με τη γλυκύτητα. Οι μεταφορές ήταν αυθαίρετες, ή τουλάχιστον, έτσι μοιάζαν.
Μια φιλντισένια κασετίνα θα 'ναι ο χώρος όπου θα φυλάγεται τον μοναδικό της αντίτυπο. Από την πένα που 'βγαλε ένα τόσο περίφημο έργο, μπορούμε να περιμένουμε κάτι ακόμα πιο υψηλό».
Και πρόσθεσε μ' ένα χαμόγελο: «Φιγούρες είμαστε σε κάποιο μύθο, και, καλό 'ναι να θυμόμαστε ότι στους μύθους πρωτοστατεί ο αριθμός τρία».
Ο βασιλιάς, αντάλλαξε λίγα λόγια με τους λόγιους που ήταν μαζεμένοι γύρω του, κι είπε στο βάρδο: «Η πρώτη σου ωδή, καθώς ήμουνα σε θέση να πω, ήταν μια προσφυέστατη επιτομή όλων των μέχρι τώρα ασμάτων της Ιρλανδίας.
Η σημερινή σου ωδή τα ξεπερνάει, κι ίσως εκμηδενίζει ό,τι προηγήθηκε. Καταπλήσσει, θαμπώνει, προξενεί το δέος και τον θαυμασμό.
Οι αγράμματοι δε θα την καταλάβουν· αντάξιοί της είναι μόνο οι μορφωμένοι, οι λιγοστοί.


«Τα τρία δώρα του μάγου, τα τρίστιχα, και η αδιαφιλονίκητη Αγία Τριάδα,» πήρε το θάρρος να μουρμουρίσει ο βάρδος.


«Σαν δείγμα της επιδοκιμασίας μας», συνέχισε ο βασιλιάς, «πάρε αυτή τη χρυσή μάσκα».


«Κατάλαβα», είπε ο βάρδος, «κι υποβάλλω τις ευχαριστίες μου».



Η επέτειος ξαναγύρισε. Οι φρουροί του παλατιού πρόσεξαν πως ο ποιητής δεν κρατούσε χειρόγραφο. Ο βασιλιάς τον κοιτούσε κατάπληκτος· ο βάρδος, ήταν άλλος άνθρωπος.
Κάτι άλλο, κι όχι ο χρόνος είχε αυλακώσει τον πρόσωπό του κι είχε μεταμορφώσει τα χαρακτηριστικά του.
Τα μάτια του έδειχναν σα ν' ατενίζανε μακριά στο βάθος ή σα να ήτανε τυφλός. Παρακάλεσε να του επιτρέψουνε δυο λόγια με τον βασιλιά. Οι υποτακτικοί αδειάσανε την αίθουσα.



«Δεν έγραψες την ωδή;» ρώτησε ο βασιλιάς.

«Ναι», απάντησε ο βάρδος θλιμμένα, «που να μ' είχε εμποδίσει ο Κύριος και Χριστός μας!»

«Μπορείς να την επαναλάβεις;»

«Δεν τολμώ».

«Θα σου δώσω εγώ το θάρρος που σου λείπει», είπε ο βασιλιάς. Ο βάρδος απάγγειλε το ποίημα - που ήταν όλο κι όλο ένας στίχος. Μην τολμώντας να τον επαναλάβουν δυνατά, ο ποιητής κι ο βασιλιάς, τον απολάμβαναν σα να 'ταν μια μυστική προσευχή ή μια βλαστήμια.
Ο βασιλιάς ήταν τόσο έντρομος και τόσο συντριμμένος όσο κι ο βάρδος. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάχλωμοι.


«Στα νιάτα μου», είπε ο βασιλιάς, «αρμένισα κατά τη δύση. Σ' ένα νησί είδα ασημένια κυνηγόσκυλα να θανατώνουν χρυσαφιά αγριογούρουνα. Σ' ένα άλλο, χορτάσαμε την πείνα μας με τ' άρωμα μαγικών μήλων.
Σ' ένα τρίτο, είδα τοίχους από φωτιά. Στο πιο μακρινό νησί, ένα θολωτό και κρεμαστό ποτάμι διέσχιζε τον ουρανό, και στα νερά του έπλεαν ψάρια και βάρκες.
Όλα αυτά είναι θαύματα, το δίχως άλλο, δεν συγκρίνονται όμως με τον ποίημά σου που, κατά κάποιο τρόπο, τα περιλαμβάνει όλα.
Ποια μαγγανεία σου τον ενέπνευσε;»


«Την αυγή ξύπνησα προφέροντας λέξεις που στην αρχή δεν καταλάβαινα», είπε ο βάρδος. «Οι λέξεις αυτές ήταν ένα ποίημα. Ένιωσα σα να 'χα διαπράξει κάποιο αμάρτημα - που το Άγιο Πνεύμα, ίσως, δε συγχωρεί».

«Ένα αμάρτημα που τώρα μοιραζόμαστε οι δυο μας», είπε ο βασιλιάς ψιθυριστά. Η αμαρτία τού να έχεις γνωρίσει την Ομορφιά, που 'ναι ένα δώρο απαγορευμένο στους ανθρώπους. Τώρα έχουμε το χρέος να εξιλεωθούμε. Σου 'δωσα έναν καθρέφτη και μια χρυσή μάσκα· ιδού το τρίτο δώρο που θα 'ναι και το τελευταίο».

Στο δεξί του χέρι έβαλε ένα στιλέτο.


Για τον ποιητή, ξέρουμε πως αυτοκτόνησε μόλις βγήκε απ' το παλάτι· για τον βασιλιά, πως είν' ένας ζητιάνος που περιπλανιέται σ' όλη την Ιρλανδία — που 'ταν κάποτε το βασίλειό του — και πως δεν επανέλαβε ποτέ το ποίημα.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Εσένα θέλω να ''διαφυλάξω''

Ηρθε η ώρα....
Το ταξίδι πρέπει να ετοιμάσω, το νιώθω σε λίγο θα ξεσπάσει η μπόρα.

Κι εγώ σαν άλλος ''Νώε'' στην ''Κιβωτό της νύχτας'',  πρέπει να περισώσω ό,τι αγάπησα,
ό,τι θέλω να κρατήσω ακέραια απ' αυτό τον κατακλυσμό.
Κι άρχισα να μαζεύω κουτάκια  πολύχρωμα, γεμάτα με μνήμες, μορφές, ανάσες, μυρωδιές, εικόνες....
Χιλιάδες κουτάκια....Πως να προφτάσω;
Μα, έκανα λάθος, κανένα δεν χωρούσε στην ''Κιβωτό της νύχτας''
Η μορφή σου είχε καλύψει όλο το χώρο...
Τίποτα άλλο...

Κανένα άλλο....
Και, τότε κατάλαβα πως....
Κι απ' αυτή την μπόρα

Εσένα θέλω να ''διαφυλάξω''(Μαρία Λαμπράκη)
 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...