Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

«Το Μονόγραμμα», Οδυσσέας Ελύτης


Κολάζ, Οδυσσέα Ελύτη
Οδυσσέας Ελύτης «Το Μονόγραμμα»
Το Μονόγραμμα έγραψε ο  Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971).
 Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. 
Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972 .
Θεωρείται ως ένα από τα ερωτικότερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
 "Το Μονόγραμμα αποτελείται από 7 μέρη που το καθένα του περιλαμβάνει 7 στίχους ή πολλαπλάσια του 7, που φτάνουν στο κεντρικό μέρος (IV) τους 49 στίχους (7Χ7) για ν` αρχίσουν να μειώνονται βαθμιαία ως το τέλος. [...]
 Αυτοί οι συνδυασμοί, με τη σειρά τους, σχηματίζουν έναν αρμονικό ρόμβο που οι αριθμοί των γραμμών του, είτε προστεθούν κάθετα είτε οριζόντια, δίνουν τα αθροίσματα 7, 21, 35, 49, 35, 21, 7. [...]
 "Η αυστηρή αυτή αριθμητική πειθαρχία δεν αποβλέπει ουσιαστικά σε τίποτε άλλο παρά στο να υποταχθεί και να ελεγχθεί ό,τι από τη φύση του τείνει να είναι διάχυτο, ατίθασο και απειθάρχητο, το ερωτικό συναίσθημα"
(Mario Vitti, Οδυσσέας Ελύτης)
Ό Μάριο Βίττι (ιτ.Mario Vitti 1926 Κωνσταντινούπολη) είναι Ιταλός ερευνητής της νέας ελληνικής φιλολογίας και ομότιμος καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Tuscia στο Βιτέρμπο της Ιταλίας

Μελέτησε τα έργα των Ελύτη και Σεφέρη
Έχει λάβει τιμητικά διδακτορικούς τίτλους από τα πανεπιστήμια Παρισιού, Θεσσαλονίκης και Κύπρου και βραβεύτηκε από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών.
 Το μονόγραμμα


Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου. 

ΙΙ.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι


Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου. 


  II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια


Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική



Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο

Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
        τους καταρράχτες


Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστοΠενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»

Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά


Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.
IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς

Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες

Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω

Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς

Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.


 V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους

Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου

Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη


Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
 VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί

Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο

Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

ΟΥΤΙ -Ο βασιλιάς των οργάνων για τους Άραβες-

Το   ούτι   -  από  το  αραβικό  al  oud = ξύλο  -   έχει  μεγάλο  αχλαδόσχημο  ηχείο ,  κοντό  και  φαρδύ  χέρι ,  χωρίς  μπερντέδες ,  κεφαλή  που  σχηματίζει  σχεδόν  ορθή  γωνία  με  το  χέρι  και  στριφτά  κλειδιά  που  ρυθμίζονται  από  τα  πλάγια . 
Το  ηχείο  του  είναι  λίγο  μεγαλύτερο  από  του  λαούτου .
Έχει  μήκος  περίπου 
87  εκ. , από  τα  οποία  τα  20  εκ.  είναι  της  κεφαλής  με  10 –  11   κλειδιά  και  το  πλάτος  του  ηχείου  -  σκάφης  -  είναι  37  εκ.

 Για  τη  σκάφη  του  χρησιμοποιούν  σκληρά  ξύλα ,  όπως  έβενο , παλισάνδρο , σφένδαμο  -  τουρκ.  κελεμπέκ  -  οξιά, τριανταφυλλιά ,  μαόνι ,  καρυδιά   ή   κυπαρίσσι  Το  καπάκι  γίνεται  από  ξύλο  λευκό ,  συνήθως   πεύκο   ή   έλατο   χωρίς   ρόζους   ή   άλλα   ελαττώματα . 
Το  χέρι  δεν  γίνεται   πάντα  από  μονοκόμματο   φλαμούρι  αλλά   από  κομμάτια  φλαμουριού  και   πιπεριά  -  ή   άλλο  μαλακό  ξύλο - κολλημένα.

Early Medieval painting showing an Arab and European musician playing an oud

Ούτι ή όπως κάποιοι άλλοι το προφέρουν Γιου Τι Αϊ, μικρό, τρισύλλαβο, εύηχο με πολλούς συνειρμούς στην παράδοση τον πολιτισμό και την ιστορία.


Έχοντας δανειστεί την ονομασία αυτή του ΟΥΤΙ, θέλουμε να αναφέρουμε με λίγα λόγια την προέλευση του μουσικού αυτού οργάνου, τιμώντας έτσι, την ιστορία και τη παράδοση του.

Arab Musician

 Το ΟΥΤΙ είναι ένα όργανο με το οποίο μπορεί να εκφράσει κάποιος τον εσωτερικό του κόσμο παίζοντας μελωδικές γραμμές που αφορούν την παράδοση αλλά και την νεότερη μουσική θεματολογία.


Oud Maker by Ghazi Toutounji
Υπάρχει μία εκδοχή ότι το όργανο πήρε την ονομασία αυτή από το όνομα ενός πολύ επιφανούς μουσικού της περσικής βασιλικής αυλής κατά τη δυναστεία των Σασανιδών, τον Baarbad.
Κατά μία άλλη εκδοχή το όργανο πήρε το όνομα του από την Αρχαία Ελληνική Βάρβιτο, η οποία ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στην Περσία και τη λεκάνη της Μεσοποταμίας από την εποχή του Μ. Αλέξανδρου, τους Ελληνιστικούς χρόνους και την περίοδο της κυριαρχίας του κράτους των Σελευκιδών.



Majd Kayali. oud palyer
Αν και υπάρχουν λίγες πληροφορίες για την παρουσία και το ρόλο του κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο στα πράγματα της λαϊκής μουσικής του Βυζαντίου, κατά την περίοδο της Οθωμανικής επικυριαρχίας συνδέθηκε στενά και οργανικά και είχε ζωτικό ρόλο στο μουσικό γίγνεσθαι του χώρου που συχνά αποκαλούμε καθ’ ημάς Ανατολή και ιδιαίτερα με τη μουσική ζωή και δημιουργία του Ελληνισμού που ζούσε σε αυτή, κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης.



 Egyptian oud
Ωστόσο ξέρουμε ότι η ιστορία του αιγυπτιακό ΟΥΤΙ άρχισε πριν 3500 χρόνια, δηλαδή στην εποχή των Φαραώ. Από τότε έως σήμερα, παρέμεινε ο βασιλιάς των οργάνων για τους Άραβες.
Λέγετε, ότι οι Άραβες πήρανε το τρόπο παιξίματος αυτού του οργάνου από τους Πέρσες. 

Van Rainy Hecht-Nielsen (1974)-The Oud Player

Αυτό λοιπόν το όργανο αργότερα ονομάσθηκε από τους Άραβες al oud  που σημαίνει στα αραβικά ψηλό ξύλο, από εκεί έχει πάρει τη τελική του ονομασία.
Η αρχική του μορφή σίγουρα δεν ήταν αυτή που έχει σήμερα. 

Από τον 9ο αιώνα συστηματοποιήθηκε πάνω στο ΟΥΤΙ πρακτικά και θεωρητικά η μουσική παράδοση της μεσογείου.

Inspiration of Medieval Literature & Language: Chansons de Geste, “Minstrels Playing Oud & Rabab” (illum. ms, “Cantigas de Santa Maria,” 13th century)
Τον μεσαίωνα οι σταυροφόροι μεταφέρανε το όργανο από τους Αγίους Τόπους στην Ευρώπη όπου έγινε to αναγεννησιακό λαούτο ή Λαγούτο και στην μικρά  Ασία όπου παρέμεινε όπως ήταν μέχρι και σήμερα.

  Το ΟΥΤΙ είναι ένα από τα λίγα όργανα στην ανατολή και για τους Άραβες το μοναδικό που έπαιξε και διαμόρφωσε τις μουσικές κλίμακες που λέγονται μακάμ.

 Detail from Maghrebi miniature, 13th cent.
Σήμερα το ΟΥΤΙ είναι διαδομένο σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Από τον 9ο αιώνα συστηματοποιήθηκε πάνω στο ΟΥΤΙ πρακτικά και θεωρητικά η μουσική παράδοση της Μεσογείου. Στη σημερινή του μορφή διαθέτει 6 χορδές και είναι άταστο.
Αποτελείται από τέσσερα βασικά μέρη. Το σκάφος, το καπάκι, το μανίκι και την ταστιέρα. Πάνω στο καπάκι βρίσκεται ο καβαλάρης και στην κορυφή της ταστιέρας βρίσκεται ο καραβόλας.
Detail from Andalucian miniature, 13th cent.Έχει τέσσερις εντέρινες χορδές και παίζεται με πένα. Το σημείο αυτό όμως είναι κύριο χαρακτηριστικό του οργάνου γιατί δίνει την δυνατότητα να παίξει κάποιος την ιδιαιτερότητα των διαστημάτων που έχουν οι παραδοσιακές κλίμακες αλλά και να δημιουργήσει το προσωπικό του ηχόχρωμα.

Persian oud
 Το περσικό όργανο που οι Πέρσες το έλεγαν Μπαρπάτ (ούτι) έμοιαζε με το αιγυπτιακό ούτι που έπαιζαν στην εποχή των Φαραώ πριν 3.500 χρόνια. Οι Άραβες πήραν τον τρόπο παιξίματος αυτού του οργάνου από τους Πέρσες.
Αυτό το όργανο αργότερα ονομάστηκε από τους Άραβες al oud που σημαίνει στα αραβικά ξύλο και συγκεκριμένα ψηλό ξύλο.
Από εκεί έχει πάρει το ούτι την τελική του ονομασία.

Πηγή/http://www.uti.gr/doc_gre/uti_name.htm


Ιστορία

Άραβες μουσικοί, 1915

 Η αρχική του μορφή σίγουρα δεν ήταν αυτή που έχει σήμερα, κάτι που φαίνεται και σε παλαιότερα χαρακτικά. Τα έγχορδα όργανα, όπως το ούτι ή το βιολί δεν τα γνώριζαν οι Άραβες.

 Τα έμαθαν από τους Βυζαντινούς, τους Πέρσες και τους Ρωμαίους μετά την εξάπλωση του Ισλάμ.

 Ο πρώτος Άραβας μουσικός που άρχισε να παίζει ούτι ήταν ο Eben Sareeg και μετά άρχισαν να το χρησιμοποιούν και άλλοι.

 Οι πιο φημισμένοι οργανοπαίκτες στην ιστορία του ούτι είναι οι Eshack Almusely, ο Ebraheem Almahdy και ο Zaryab. 

Το ούτι είναι ο βασιλιάς των οργάνων για τους Άραβες, σε βαθμό τέτοιο που, παλαιοτέρα, ένας σύνθετης για να γράψει ένα τραγούδι, στηριζόταν αποκλειστικά σε αυτό.

Πηγή/http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%8D%CF%84%CE%B9

 

 

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Η Ποίηση της Μουσικής

 Simon Vouet Parnassus - Apollo
Σεμνή κατά πάντα η μουσική θεών εύρημα ούσα.
Πλούταρχος, 47-120 μ.Χ.
...εἶδος γὰρ καινὸν μουσικῆς μεταβάλλειν εὐλαβητέον ὡς ἐν ὅλῳ κινδυνεύοντα·
 οὐδαμοῦ γὰρ κινοῦνται μουσικῆς τρόποι ἄνευ πολιτικῶν νόμων τῶν μεγίστων, ὥς φησί τε Δάμων καὶ ἐγὼ πείθομαι.
Πλάτων
(ΠΟΛΙΤΕΙΑ, Δ. 424 c)

"Η Μουσική είναι ένα ηθικό δίκαιο. 
Δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στο νου, πτήση στη φαντασία και γοητεία και ευθυμία στη ζωή και τα πάντα"
      (Σωκράτης)

Music, the harmony of life: paintings by Raff Boyadjian

Νίκος Γκάτσος - Ἀμοργός(απόσπασμα)

 Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα.

Αrt of Boris Indrikov

«Ο άνθρωπος που δεν έχει τη μουσική μέσα του,
που δεν συγκινείται από τη γλυκιά μελωδία των ήχων,
είναι ικανός για προδοσίες, κακές πράξεις, καταστροφές».
William Shakespeare
allegory-of-music-francois-bouche

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ-Γ.Σεφέρης(απόσπασμα)

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
   ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
   που σιγά-σιγά,βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
   από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
   ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.
 Κάιρο, 20 lουνίου '42

paintings, by Raff Boyadjian 

 Κι ότι είναι αληθινό για τη μουσική ειν' αληθινό και για όλες τις τέχνες.
Η ομορφιά έχει τόσες σημασίες όσες διαθέσεις έχει η ψυχή.
Είναι το σύμβολο των συμβόλων.
Η ομορφιά φανερώνει το καθετί, γιατί δεν εκφράζει τίποτε.
Όταν μας φανερώνει τον εαυτό της, μας δείχνει όλον τον φλογόθωρο κόσμο.

Στοχασμοί, Oscar Wilde

Mέσα στη Μουσική-Γιώργος Σαραντάρης.

Μέσα στη μουσική υπάρχει χώρος
Να κοιμηθεί ο άνεμος
Μαζί του συνταξιδεύουμε κι εμείς

Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος
Όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια
Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική
Αλλά μέσα στο θάνατο
Κι ο δρόμος δεν έχει τέλος.
(«Μέσα στη Μουσική»)
Violina (2001).

Αrt of Boris Indrikov

"Θεϊκή μουσική
Κόρη της ψυχής του Έρωτα
Δοχείο της πίκρας και της Αγάπης...
Καρπέ της θλίψης
Ανθί της ευτυχίας, Μπουμπούκι της χαράς...
Ω μουσική!
Εσύ μας δίδαξες να βλέπουμε με τ’ αφτιά μας
Και ν’ ακούμε με τις καρδιές μας.

Ω μουσική
Στα βάθη σου αφήνουμε τις καρδιές
Και τις ψυχές μας
(Χαλίλ Γκιμπράν, Η φωνή του δασκάλου)

Αrt of Boris Indrikov

 “Ακούω τη μουσική κι είναι της θάλασσας σκοπός.
Της θάλασσας του φθινοπώρου.
Γεμάτη από βαθιές νότες και κύματα γοργά.
Κάτι σαν αναστεναγμός.
Το νόημα σε σονάτα φθινοπώρου.”
(Paul Celan)

Emmanuel Radnitzky,
American surrealist
photographer.

Δημήτρης Λιαντίνης - "Γκέμμα"(απόσπασμα)

"Της γυναίκας το σώμα είναι το μουσικό όργανο. 
Η αρρενωπία του άντρα είναι ο οργανοπαίχτης.

Όσο πιο έμορφη είναι η εικόνα του θηλυκού, να την ειπείς στο μισοφώς αλάβαστρο,
 να την ειπείς δέρμα δορκάδας τρελαμένο στα μύρα του άνεμου, 
να την ειπείς αστέρι της βροχής που στάζει αχτίνες, όσο πιο έμορφη είναι η όψη του θηλυκού, 
σώμα και πρόσωπο και νόηση ένα, τόσο πιο σπάνιο και ακριβό είναι το μουσικό όργανο που ζητά να το παίξει ο καλλιτέχνης του. 

Βιολί στραντιβάριους είναι της γυναίκας το σώμα.
Λουδοβίκος Μπετόβεν είναι ο βιολιστής του.
Και η πράξη του έρωτα, το μουσικό γινόμενο που ακούγεται,
είναι η Σονάτα Κreutzer. 
Η ενάτη σονάτα."

The young man plays the piano, Gustave Caillebotte

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ῾ΡΘΩ ΑΥΡΙΟ-Κική Δημουλά(απόσπασμα)

Στὸ διπλανὸ σπίτι κάποιος μαθαίνει πιάνο.
Ἀρχάριος ἀκόμα, νοερὰ τὸν διδάσκω
τὴ μουσικὴ ἀξία τοῦ ἐπαναλαμβανόμενου.
Ἔπαιζα κι ἐγὼ κάποτε πλῆκτρα
ἀλλὰ μόνο μεταξὺ στενοτάτων κύκλων.

Σὲ τίποτα βαφτίσια ἀνησυχίας
κανένα γάμο βιαστικὰ ἐγκύου πάλι
ἐλπίδας μὲ πολύφερνο ἴσως
καὶ σὲ πανηγύρια πολιούχων χωρισμῶν.

 Μιὰ μουσικὴ ποὺ ὅσο παίζεται
ἀμελεῖς ν᾿ ἀκοῦς ὅπως δὲν ἀκοῦς τὸ ψωμὶ
ὅταν ζυμώνει κάθε μέρα τὴν προϋπόθεσή σου
ὅπως οὐδέποτε προσέχεις
τὴ μέρα ὅταν φεύγοντας κάθε φορὰ σοῦ λέει
δὲν ξέρω ἂν θά ῾ρθω αὔριο.

Δὲν τὴν ἀκοῦς καὶ παραλείπεις
νὰ πεῖς μισὸ εὐχαριστῶ
σ᾿ αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ ᾖρθε καὶ αὔριο ὡστόσο
παρὰ τὴ βάσιμή της ἐπιφύλαξη ποὺ διέτρεχες.

painting by Melozzo da Forli

Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα-Ν.Βρεττάκος

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. 
Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.
music girl by Daniel Maclise 
 Από την ενότητα Οι κλεψύδρες του αγνώστου]
στ’Στον Ανδρέα Εμπειρίκο(απόσπασμα)
Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ’ αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν’ αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας


Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει στόμα που ανοίγει
Σ’ άλλο στόμα -κόκκινο παιχνίδι κλαδεμένο απ’ τον 
ίλιγγο

Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ’ ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ’ αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί
  



Ζωγράφος, Βασίλης Βαγιάννης

( Τρελό κορίτσι, του W. B. Yeats, μτφ. Σπ. Ηλιόπουλος)
«Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του,
Την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
Με την ψυχή του τώρα διχασμένη
Και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού
Και κρύβεται σ`ενός ατμόπλοιου τ`αμπάρι
Με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
Είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
Ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

Δεν έχει σημασία ποιά συμφορά τη βρήκε~
Την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
Και τυλιγμένη, τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της
Εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
Έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
«Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

Oil Painting of a Violinist by Paul Fisher

  «Η μουσική στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη»

Κάποτε τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νούς μου ταξιδεύει – πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια.
Και τότε ξεπροβάλλει ο καθηγητής του βιολιού.
Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και μια περούκα μαδημένη – γελούσαμε μαζί του.
Αλλά όταν μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό
μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα,
σα να μαντεύαμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική 
δεν είναι πάθος η όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός
αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

Женские образы,художник Andrius Kovelinas
Πίναμε όλη νύχτα,
"ακούς αυτήν την υπέροχη μουσική;", τον ρώτησα,
"δεν είναι μουσική", μου λέει.
"Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου.""


Περιμένοντας τὸ βράδυ
Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας –
 
 Ζήσαμε με χαμένα όνειρα. Και σκοτωμένη μουσική. Το τραγούδι είναι το τέλος. Αφού όλα άρχισαν μες στη σιωπή. (Τάσος Λειβαδίτης.)

-"κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
με ένα αστρο ή ενα γιασεμί...
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών..."

 Και κάθε τόσο απ’ το μεγάλο ρολόι του τοίχου ακούγονταν οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων / στο ίδιο σπίτι μέναμε πολλοί: / ο γέρος με το φλάουτο / ένας τρελός χωρίς ηλικία / ένα φάντασμα απ’ την Οδησσό / εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον ουρανό', (“Ίνα πληρωθή το ρηθέν…')
`
“θα τα πεις όλα' φώναξε κάποιος κι άρχισα να τους διηγούμαι για τη μητέρα μου: το καλοκαίρι τα βράδια τραγουδούσε την “Παλόμα' μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο, ο παππούς τη συνόδευε με την κιθάρα, το φεγγάρι τους φώτιζε σα νά ‘ταν αιώνιοι' (“Ιστορική σύγχυση').Τάσος Λειβαδίτης

Works Mark Keller Art

 Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός,
και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό, φανταστικό βιολί,
“το ακούς;' μου λέει, “ναι, του λέω, πάντα το άκουγα', ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι' (“Ο μουσικός').
Τάσος Λειβαδίτης

Works Mark Keller Art

“Κι αυτό το τραίνο που ήρθε από μια μακρινή πόλη, σταμάτησε στον έρημο σταθμό / δεν κατέβηκε κανείς παρά μόνο κάποιος μουσικός μ’ ένα φαρδύ ανεμοδαρμένο καπέλο / άνοιξε τη θήκη του βιολιού κι άρχισε να παίζει μια παράξενη μουσική / σα νά ‘θελε να μάς πείσει ότι όλα είναι δυνατά κι ότι δεν τελειώνει πουθενά ο κόσμος' (“Ο μουσικός με το φαρδύ καπέλο')-Τάσος Λειβαδίτης
Марк Келлер (Mark Keller)

 '' άλλοτε περπατώντας τη νύχτα ολομόναχος άκουσα ένα πιάνο να παίζει / κι οι θλιμμένες νότες του ήταν σα νά ‘ρχονταν απ’ το βάθος ενός ονείρου / ή μιας άλλης ζωής / πού πήγαινα; τί γύρευα; Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ;'' (“Περιπλανήσεις'), (Τάσος Λειβαδίτης)


Έξαλλου δε ζητήσαμε τη νίκη... μονάχα λίγη μουσική...(Τάσος Λειβαδίτης).

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...