Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Μάνος Χατζιδάκις -Οδός Ονείρων

«…ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΤΟΝ 

ΦΤΙΑΧΝΩ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΡΧΙΖΕΙ Η 


ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ…» ΜΑΝΟΣ 


ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Πηγή /http://www.manoshadjidakis.gr/

                                  Δίχως τη δική σου αγάπη δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη είναι ο κόσμος πιο μικρός....

Ο Ιούνιος του Μάνου ...
Ο Ιούνιος της Απουσίας ..
Μάνος Χατζιδακις  (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994

Κολυμπούσε ενάντια στο ρεύμα, όπως οι  πέστροφες

'Επνεε πότε ράθυμα και πότε νωχελικά 

πότε βίαια και καταλυτικά όπως οι Ανεμοι

Δε χωρούσε πουθενά σε κανένα σχήμα 

όπως η θάλασσα ''Θάλασσα πλατιά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά''

Εξαπλωνόταν και εισχωρούσε στις ζωές των άλλων με μύριους τρόπους /όπως τα όνειρα ...
Μας  οδήγησε στην ''Οδό ονείρων'' /εκεί κατοικούν όλοι εκείνοι που  κατάλαβαν πως /για να διασωθούν απο την ερημία τους /την ερημία της ψυχής τους εννοώ /έπρεπε να γίνουν ''δότες'' /επαίτες της Αγάπης που έγιναν δότες και σώθηκαν.
''Οδός ονείρων ''

Η Οδός Ονείρων ήταν μια ιστορική 

μουσικοθεατρική παράσταση που 

ανέβηκε τον Ιούνιο του 1962 στο θερινό 

θέατρο "Μετροπόλιταν" της  Αθήνας.

Το ίδιο όνομα φέρει και ο ιστορικός δίσκος 

με τη μουσική και τα τραγούδια της

 παράστασης  που έγραψε ο Μάνος   Χατζιδάκις.

Συντελεστές 

Η Οδός Ονείρων θεωρήθηκε ως μια 

απόπειρα ανανέωσης της επιθεώρησης 

για την οποία συνεργάστηκαν ο Μάνος 

Χατζιδάκις, οΑλέξης Σολωμός, ο Μίνως 
Αργυράκης και ο Μανώλης Καστρινός

Πρωταγωνιστούσαν ο Δημήτρης Χορν, η 
Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρω Κοντού, η 
Ζωή Φυτούση, ο Λάκης Παππάς, ο 
Γιώργος Εμιρζάς, ο Γιώργος 
Κωνσταντίνου και πολλοί νέοι--τότε--
ηθοποιοί.

Χόρευαν ο Μανώλης 

Καστρινός και η Χρυσούλα Ζώκα

Έκτακτες εμφανίσεις πραγματοποίησαν η
 Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα 
Μούσχουρη και ο Ευγένιος Σπαθάρης με 
τον Καραγκιόζη του.

Πηγή/εδώ 

Οδός ονείρων (πρόλογος) - 1962  

Γεια σας
Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την οδό ονείρων
Δεν ξεχωρίζει
Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους
δρόμους της Αθήνας
Είναι ας πούμε – ο δρόμος που κατοικούμε
Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός
μα κι απέραντα ευγενικός
Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά
πολλές μητέρες μα και πολύ σιωπή
Κι όλα σκεπασμένα 
από έναν τρυφερό μα κι αβάστακτο ουρανό
Εδώ σ’αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν 
τα όνειρα τόσων παιδιών
ίσαμε την στιγμή που η αναπνοή τους
Θα ενωθεί με τ’ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου 
και θα χαθεί
Όμως την νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος
Κι όταν δεν ονειρεύονται – τραγουδούν
Η Χρυσούλα Ζώκα στην Οδό Ονείρων
ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ, ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ''ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ'' (1962)


ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΧΟΡΝ-ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ 




Το Πάρτυ-Στίχοι -Μουσική :Mάνος 

Χατζιδάκις

Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί,

κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα θελε να ζει,

γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή

κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία

μέσα σ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,

μαζί με μας και τα όνειρά μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.

Γι' αυτό ένα πάρτι σ αυτό το δρόμο

είναι κάτι πιο λυπητερό κι από το θάνατο,

είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,

δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού,

ένας σκύλος που απορεί,

ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου,

μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,

ένας κρυφός αναστεναγμός,

ένα αρπαχτικό βλέμμα θηρίου που δεν τολμάει να αγγίξει,

ένα κλουβί στην πόρτα σου με ένα πουλί που κοιμάται

Γι' αυτό ένα πάρτι στο δρόμο των Ονείρων

είναι στιγμή πιο θλιβερή κι απ' τη στιγμή του ονείρου,

είναι ένα ξέφτισμα ζωής,

ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων.

Κοιτάχτε τούτο το κλουβί

είναι λιγάκι πιο μεγάλο από την καρδιά μου,

κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου,

κοιτάχτε και τούτο το κορίτσι

θα του χαρίσω το κλουβί κι ένα τραγούδι θα μου πει&

για το πουλί που χάθηκε, για το πουλί που πια δε ζει.

Πάω να πω στον ουρανό, πάω να πω στο σύννεφο

Πάω να πω στον ουρανό, πάω να πω στο σύννεφο

Το πουλί δεν πιάνεται, το παιδί δε χάνεται

πάνω απ' τον ουρανό

Το πουλί δεν πιάνεται, το παιδί δε χάνεται

πάνω απ' τον ουρανό

Μέσα από τον άνεμο, άνθισε χρυσάνθεμο

Μέσα από τον άνεμο, άνθισε χρυσάνθεμο

Πέφτουν πέταλα στη γη, πάν' να βρούνε το πουλί

σκοτωμένο που λαλεί

Πέφτουν πέταλα στη γη, πάν' να βρούνε το πουλί

σκοτωμένο που λαλεί.

Μάνος  Χατζιδάκις -Αν ήταν φυσικό φαινόμενο /θα ήταν μια ποτιστική βροχή Φθινοπώρου ή 'Ανοιξης

Αν ήταν παιδικό παιγνίδι/ θα ήταν ατίθασος χαρταετός που απέφευγε τα ηλεκτροφόρα σύρματα /για να ταξιδέψει ελεύθερα στον Γαλαξία 

Aν ήταν ουράνιο σώμα θα ήταν σίγουρα Φεγγάρι...
''Το φεγγάρι σ΄αυτόν τον τόπο


 είναι πολύ κοντά στους ανθρώπους και 


κυρίως στους νέους. Καμιά φορά, όταν το

 φεγγάρι κάνει τον κύκλο, την νύχτα όλα 


παίρνουν ένα ψεύτικο πρόσωπο...
Κοιτάξτε
αυτό... Είναι ένα χάρτινο φεγγάρι... Ο έρωτας θα το κάνει πραγματικό...


"Μάνος Χατζιδάκις"


Ο Μάνος Χατζιδάκις /είχε μια στάση ζωής που πολλοί  εμίσησαν  και είχε μια στάση Ονείρου που έβαζε όλο και πιο μακριά /τα όρια για τους υπόλοιπους.

Μοναχικός/ αλλά ,όχι ,με την τρέχουσα έννοια /όλη του η ζωή ήταν μια απόλυτα προσωπική επιλογή.

Ενας Αριστοκράτης του πνεύματος Αταλάντευτος και αξιοπρεπής .

Αντρας όσο έπρεπε-Ελληνας όσο 'Αντεχε .

Παραθέτω αποσπάσματα απο δηλώσεις του Μ.Χατζιδάκι

''Δεν έχουμε πολιτισμό και η απόδειξη 

είναι ότι έχουμε υπουργείο Πολιτισμού.''


''Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε ως 

Έλληνες, 

αλλά ως ελληνολάτρεις.''


Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό 

εμβατήριο “Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”.

 Έλεγα,

 μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει 

ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα

 αναστηθεί.

Δε μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ 

Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός 
είναι η


έννοια  Ελληνας να δώσει τη θέση της στην

έννοια Ανθρωπος.

 Και τότες πιστεύω

 πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά 

παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι

αυτή γνησίως ελληνική.

Νιώθω Έλληνας αν αυτό σημαίνει 

Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό

 συμπεριλαμβάνει

την ελληνικότητά μου.


Τελικά πήρε την Κάρτα του Κυρίου Νόλλ/είχε ωστόσο φροντίσει να διαφυλάξει για άλλη μια φορά τον εαυτό του /απο τους Αναιδείς ...(Μ-Λαμπράκη)

ΝΑΖΙΣΜΟΣ
«Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια».
«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία».


Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
«…το βράδυ που γεννήθηκα, δεν είχα

 χρόνο να ακούσω μουσική, έπρεπε να

 γνωρίσω τους γονείς μου…» ΜΑΝΟΣ 

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925
 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την
 άλλη τη φριχτή που χτίστηκε 
μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της
 ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη
 εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της
 μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους
 μιναρέδες, έδιναν χρώμα και
 περιεχόμενο σε μια κοινωνία-
πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της
 Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά
 βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και 
να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες
 πλατείες.
Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία

 πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή

 μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να

 απορώ σαν με περίμεναν κάπου

 καθυστερημένα να φανώ). 

Η μητέρα μου

 ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του

 Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας

 μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ'

 την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο

 ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν

 συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την

 στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή

 μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου

 χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες


 του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, 

μαζί με τη θητεία μου την

 λεγόμενη«ευρωπαϊκή», φέραν ένα

εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Προσπάθησα

 όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να

 γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να

 εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα

 κατάφερα και τα δύο.

Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα

 όπου δεν στάθηκε δυνατόν να

 λησμονήσω την αποτυχία μου. Άρχιζα να

 ζω και να εκπαιδεύομαι στην

 πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα

 τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία

 του καιρού μου.

Έλαβα όμως την αττική


 παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και

 Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε

 βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός


 Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο


 Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό 


κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα


 πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και


 παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα


 κατοπινά.

Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα 

πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της

 Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν

 ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους 

που ήταν να επικοινωνήσω, να

 διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό

 και τα σταμάτησα ευθύς μετά την

 Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο

 και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω

 με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού

 Συλλόγου.
Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια,

 και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω


 τις απόψεις μου με δημοκρατικές


 διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με


 ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος


 τα τελευταία χρόνια.

Απέφυγα μετά


 περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το


 ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική


 μου ευαισθησία.
Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν'

 αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν 

αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν,

 όπως περήφανα ισχυρίζονται κι

 αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες

 σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι

 εραστές. 

 Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι

 έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια

 της δικτατορίας, για λόγους καθαρά

 εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως 

χρωστούσα τρεισήμισι περίπου

 εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν

 εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα

 περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο

 που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη

 μεταπολίτευση του '74, όπου και

 τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των

 γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών

 εκτονώσεων.
 Κράτησα την ψυχραιμία

 μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και


 αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια


και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. 


Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα

 παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των

 τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιρα

ίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική

 μου ζωή.
Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου

 που θα την λέγαμε, για να την


 ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε


 ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και


 απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό,

 σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής

 μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της

 εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ'

 αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα

 ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά,

 προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι

 αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές

 καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ

 και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού ,

 εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου

 με δημοκρατικές διαδικασίες.
Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί

 σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή

 τους κατάφεραν να αντισταθούν

 επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν

 «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε

 τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι

 επιβλήθηκε στη χώρα.
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου

 μέχρι στιγμής είναι :
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει

 μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι


 όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας

 αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ


 βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις


 επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθέντες


 συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν

 στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην


 πνευματική νεότητα, τους εύκολα


 «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες,


 τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την


 σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία


 καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.


 Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την

 τραυματισμένη από την παιδική μου

 ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να

 πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και

 προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων

 μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος

 Έλληνας καιΜεγάλος Ερωτικός.


Κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι /όπως

 αναφέρεται στο εσώφυλλο του δίσκου


 ''Ρωμαϊκή Αγορά''


Ένα τριπλό βινύλιο με 35 τραγούδια, που

 έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις από το 1947

 έως το 1985 και τα παρουσίασε στη

 Ρωμαϊκή Αγορά με τη Μαρία
 Φαραντούρη, τον Βασίλη Λέκκα, την


 Έλλη Πασπαλά και τον Ηλία Λιούγκο. 




Στο ένθετο φυλλάδιο της κασετίνας, ο

 συνθέτης αναφέρεται σε μερικούς

 σταθμούς της ζωής του και συνάμα της

 σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας και

 καταλήγει: 

Η Ρωμαϊκή Αγορά περιέχει όσα

 τραγούδια μου διάλεξα για να σας τα

 ξαναδώσω με λεπτομέρειες γνήσια

 μουσικές και τραγουδισμένα από

 αληθινούς τραγουδιστές, που υπηρετούν

 τη Μουσική και όχι την ειδωλολατρία

 ενός επαρμένου και κορεσμένου κοινού.

 Νομίζω πως έγινε ό,τι ήταν δυνατόν για

 να τ’ ακούσετε σαν καινούργια.

 Συγχρόνως, ελπίζω να σας βοηθήσω έτσι

 να με δείτε πιο σωστά και πιο αληθινά.


H ζωή μου δεν ήταν η ζωή ενός μουσικού.

Ήταν περισσότερο η ζωή ενός 


επικίνδυνου και ανήσυχου νέου, που η 


Μουσική κατάφερε κάπως να τον 


ηρεμήσει και να τον κάνει “κατ' 


επιφάνεια νόμιμο”.


Πολλοί περιφρονούν την αποκλειστική 

απασχόληση και τη κατάληξή μου στο 

τραγούδι, ιδίως οι λεγόμενοι “σοβαροί” 

μουσικοί. 
Γιατί ποτέ τους δεν κατάφεραν 

να τραγουδήσουν και ούτε θα 

τραγουδήσουν ποτέ.

 Είναι σαν τους ανέραστους, τους
βιολογικά άρρωστους, που περιφρονούν τον έρωτα και υποβαθμίζουν τη σημασία του για να δικαιολογήσουν την ατροφική τους ύπαρξη.
Πολλοί πάλι με θεωρούν “συνάδελφο”, 

γιατί σκαρώνουν τραγουδάκια και με 

τους αφελείς και αμόρφωτους 

δημοσιογράφους ή τηλεπαρουσιαστές 

μιλάν για γενεές, λαϊκότροπα, έντεχνα, 

για καινούργια ρεύματα και άλλα πολλά 

ευτράπελα, κατάλληλα για τους 

ανεπαρκώς πληροφορημένους 

συμπατριώτες μας, ως επί το πλείστον 

νεολαίους γηπέδων και κομμάτων.

Εγώ άρχισα από την Λα Γιάνα, που 

χόρευε πάνω στους καθρέπτες μαγικά το

 “Πως λάμπουν τ' άστρα”.
Εκείνη ήταν το μεγάλο άστρο κι εγώ το 

μικρό. Μα ξαφνικά πέθανε η Λα Γιάνα 

και η Ελλάδα ξεμπέρδεψε βέβαια με τους 

Γερμανούς, μα έμπλεξε χειρότερα με τους

 δικούς της. Κι εγώ μεταπήδησα από την 

εφηβεία στην νεότητα.

Ανακαλύπτω την μητέρα μου, την αδελφή 

μου, τους φίλους μου, την Ελλάδα, μα 

περισσότερο την Αθήνα, την πόλη που 

ζούσα από επτά χρονών και που την 

έβλεπα μια πόλη μαγική ― μοναδική στο 

κόσμο ― για τις αναπνοές των ανθρώπων 

της και για το αεράκι του επιταφίου, μέσα

 απ' τον οποίο ζούσα τον έρωτα στην πιο

 απόλυτη μορφή του. Προσπαθούσα να 

δεχτώ την μαγεία της πόλης μέσα από την 

τρομοκρατία και την καταδίωξη κάθε 

ζωντανού οργανισμού του Έθνους, στο 

όνομα της πατρίδος και της αθανάτου

ημών ιστορίας.
M' ενδιέφερε παράλληλα η ομορφιά μου 

και το άρπαγμα της ομορφιάς των άλλων. 

M' απασχολούσε πως θα γινόμουν στερεά 

ωραίος και για πάντα. Και άρχισα να 

γράφω μουσική.
Τον “Ματωμένο Γάμο”, τις “Έξη Λαϊκές 

Ζωγραφιές”, την “Αχιβάδα”, το 


“Καταραμένο Φίδι”, και άλλα πολλά, για 


να με ερωτευτούν όσοι ήθελα και 


επιθυμούσα την αγάπη τους.

Και το '48 γράφω το “Χάρτινο το 

φεγγαράκι” για το “Λεωφορείον ο 


Πόθος” του Tένεσυ Oυΐλιαμς, που 


ανέβασε το θέατρο τέχνης. Εκείνο το 

καιρό ο κόσμος τραγουδούσε: “Θα το 

πάρεις το κορίτσι, μη το παιδεύεις” και 

άλλες παρόμοιες ηθικοπλαστικές 

συμβουλές της μικροαστικής Αθήνας, ενώ

 παράλληλα θυμόταν με νοσταλγία τον 

Aττίκ και το Χαιρόπουλο.
Όπως καταλαβαίνετε, η ανεύρεση του 

ρεμπέτικου ήταν μια πράξη επιτακτική, 


αλλά και εξόχως τολμηρή για κείνους τους 


καιρούς. Για τη ταινία “Πόλη Μαγική” 

του Νίκου Κούνδουρου τότε, έγραψα τη 

μουσική. Το θέμα της ταινίας το έκανα 

τραγούδι το 1963.
Μεγάλωνα χωρίς να κορεσθεί η δίψα μου για τις άγνωστες πλευρές του κόσμου που με περιέβαλλε.
Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ /πηγή /εδώ 
Στο μεταξύ είχαμε λαμπρές ιστορικές 

στιγμές. H εκτέλεση του Μπελογιάννη. H 

δίκη των αεροπόρων και άλλα πολλά. Ένα 

βράδυ, λίγο μετά τον εμφύλιο, πήγαινα 

στο σπίτι των φίλων μου Κώστα και 

Αλεξάνδρας Τρικούπη. Περνώντας από 

την ασφάλεια, με σταματάει ένας χοντρός

 έξω από την πόρτα της και μου ζητάει 

ταυτότητα. Ήσαν δυο-τρεις μαζί, μα σαν

είδα τον χοντρό πάγωσα.

Μου ήρθε στο νου μια εικόνα σ ένα χάνι 

ενός μικρού χωριού στα βόρεια της 

Ελλάδος κι εγώ να προσπαθώ να κοιμηθώ

μες στο κρύο.

Ήταν η αποχώρησή μας μετά τα 

Δεκεμβριανά κι εγώ, Eπονίτης εκείνο τον 

καιρό, υποχωρούσα γυρίζοντας κάμπους 

και βουνά μες τον χειμώνα. 
Πηγή φωτογραφίας http://istorikesphotografies.blogspot.gr/
Εκεί λοιπόν, μέσα σ' αυτό το χάνι, σε μιαν 

άλλη γωνιά, ήσαν δυο Eλασίτες που είχαν 

ανάψει φωτιά και συνομιλούσαν, 

λέγοντας ο ένας στον άλλο τα 

κατορθώματά τους. 

Πόσους σκότωναν και πώς τους 

σκότωναν. Eίχε παγώσει το αίμα μου μ' 

αυτά που άκουγα και, δειλά, είδα καθαρά

 την φυσιογνωμία του ενός, έτσι όπως 

φωτιζόταν απ' την φωτιά, που μου 

εντυπώθηκε ανεξίτηλα μέσα μου.
 Τώρα τον έβλεπα μπροστά μου. 

Αστυφύλακα στην ασφάλεια, να ζητάει 

ταυτότητα ειρωνικά, χωρίς βέβαια να με 

αναγνωρίσει. Μου 'πε δυο λόγια 

προσβλητικά, μου 'πε να τσακιστώ από 

μπροστά του και μου έδωσε μια γερή 

κλωτσιά, προστατεύοντας έτσι το Έθνος 

μας απ' ό,τι ηθικό και ζωντανό είχε 

αφήσει ο Πόλεμος. 
Αναστατωμένος έφυγα και πέρασε καιρός

 να το ξεχάσω, αλλά μέσα μου άρχισαν να 

αναρριχώνται τα ερωτήματα γύρω από το 

κίνημα, τον Δεκέμβριο και το Έθνος.  


Άρχισα να βλέπω πως η Πατρίδα δεν είναι



 τόσο τίμια και καθαρή και αποφάσισα 



να έχω τα μάτια μου ανοιχτά.



 Το '58
ανεβάζω μουσικά την “Μήδεια” στην 

Επίδαυρο, με την Παξινού και σκηνοθέτη 


τον Μινωτή.
Είχα αρχίσει να γίνομαι δυνατός και να 

παρανομώ... Πολύ αργότερα ανακάλυψα 

πως τα όνειρα των άλλων δεν είχαν σχέση 

με τα δικά μου. Τότε, το επίσημο κράτος 

με γιόρτασε για το Όσκαρ που πήρα 

ερήμην και έξω απ' τα δικά μου σχέδια.

Πάλεψα χρόνια για να αφαιρέσω αυτό το 

τίτλο τιμής από την πλάτη μου, μα δεν το 


κατάφερα. O αγώνας όμως αυτός με 

βοήθησε να ξαναγίνω νέος ή, καλύτερα, 

να ξαναγίνομαι νέος κάθε φορά που ο 

χρόνος μου πετούσε μια επίσημη 

υπενθύμιση της παρουσίας του.
Εκείνο το καιρό, τα αξιόλογα πρόσωπα 

στον Ελληνικό κινηματογράφο ήσαν οι 

τεχνικοί και μόνο μ' αυτούς μπορούσε 

κανείς να πει δυο-τρεις κουβέντες 

σοβαρές και ενδιαφέρουσες. Το 

καλλιτεχνικό προσωπικό, ηθοποιοί, 

σκηνοθέτες και σεναριογράφοι ήσαν 

μάλλον ένα προλεταριάτο της συμφοράς, 

που άγγιζε πολλές φορές τα όρια του 

γελοίου.

Το '61 που όλος ο κόσμος τραγουδούσε 

“Τα Παιδιά του Πειραιά”, η 


Φρανκφούρτη με καλεί επίσημα, για να 


μου δώσει ο δήμαρχος το κλειδί της 


πόλης. Φτάνω στις 7 το βράδυ, χειμώνα 

με ένα τετρακινητήριο αεροπλάνο. Με 

περίμεναν τρεις χιλιάδες κόσμος, μια 

μεγάλη ορχήστρα, που έπαιζε το τραγούδι

μου και όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί 

της Ευρώπης.
 Γνωρίζομαι με την Λάλε Άντερσεν, γίναμε

 φίλοι και τραγούδησε το “Ήρθε βοριάς, 

ήρθε νοτιάς” που έγινε χρυσό. Το 

τραγούδι αυτό το έγραψα στη κατοχή 

δίχως να την γνωρίζω αλλά για την δική 

της φωνή.
Το '63 ο Kαζάν μου ζητάει να γράψω την 

μουσική στην ταινία του “Aμέρικα - 


Aμέρικα”.
Το '69 βρίσκομαι στο Λονδίνο για τους 

“Ήρωες” του Nεγκουλέσκο. Μία εξαίσια 

περίοδος, που μου χάρισε την “Μπαλάντα 

του Oύρι”. O Oύρι ήταν ένας νεαρός 

Ισραηλίτης, που τραγουδούσε θεϊκά. 

Το Λονδίνο εκείνο το καιρό, ζούσε το

 Blow up του Αντονιόνι και ήταν 

μαγευτικό. Με κέντρο το καφενείο 

“Πικάσο” στην Kings Road. Ποτέ δεν 

ξαναβρήκα εκείνη την μαγεία του '69. Το 

'70 στην Ρώμη γράφω την Μουσική για το 

“παραμύθι του Mάρτελ”.
Βοηθός μου τότε ο 

Νικόλα Πιοβάνι. Εδώ πρωτόγραψα την 

“Μπαλάντα των αισθήσεων και των 

παραισθήσεων” και από τότε γίναμε φίλοι

 με τον Νικόλα. H ραδιοφωνική μου 

έφεση βρίσκει διέξοδο στο τρίτο 

Πρόγραμμα της EΡT. 

Το μέγαρο της Ραδιοτηλεόρασης 

“λαμποκοπάει την δόξα μου και 

μαγειρεύει την άνοιξη του ροζ 

σοσιαλισμού”. Στο μεταξύ, οι διενέξεις 

μου με την Γενική Διεύθυνση γίνεται μια 

διασκεδαστική ιστορία, που όμως ποτέ 

δεν πέρασε στα επίσημα προγράμματα 

της EΡT.

 Μέχρι τότε, έκανα έρωτα και ραδιόφωνο

 με την ίδια επιτυχία αλλά το ΠA.ΣO.K 


κατάφερε ό,τι δεν κατάφερε ο έρωτας. 


Να φύγω δια παντός από το ραδιόφωνο.


Αυτά περίπου που σας διηγήθηκα είναι τα

 τραγούδια μου. Καθώς καταλαβαίνετε 

 δεν τα έγραψα για να διασκεδάσετε. Τα 

έγραψα για να τ' ακούσετε και για να 

κάνετε δικό σας ό,τι σας ταιριάζει ή ό,τι 

σας αρμόζει.


 T' άλλα αφήστε τα για τους άλλους και 

ό,τι περισσεύει για μένα. Γιατί πρέπει να 


σας ομολογήσω πως τα τραγούδια μου τα 


'γραψα για να συμπληρώσω τα κενά της 


προσωπικής μου ζωής. Γι αυτό και η 


ευαισθησία μου στον τρόπο που τα 


αποδέχεστε.
Προσοχή! Μη με πληγώσετε παίρνοντας αυτό που σας ανήκει....
Εδώ τελειώνει η μουσική για την οδό ονείρων
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα


που μου δανείσατε οι ίδιοι μια βραδιά


δίχως να το γνωρίζετε


Τώρα είναι αργά...


Κι όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί


Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’αυτόν τον 


δρόμο


θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί


για να μαζέψω τα καινούρια όνειρα που 


θα γεννήσετε


Να τα φυλάξω


και να σας τα ξαναδώσω μια άλλη φορά


πάλι σε μουσική


Καληνύχτα

Αλλά ,γιατί Καληνύχτα;

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι πάντα εδω/για


να μας ταξιδεύει μέσα απο την μουσική 


του /στην ''Οδό Ονείρων'' .


Εκείνη τη μουσική που /ήρθε πολλές


φορές και χάιδεψε την ψυχή μας 


Ομόρφηνε τη νιότη μας .



Και έρχεται ξανά για να μας δώσει φτερά 


...Να μας πάει μια βόλτα στο φεγγάρι ...




Κάπου το '54. Όταν το φεγγάρι ήταν κάτι 

σαν μαγικός κήπος και οι αστροναύτες 

δεν είχαν τραυματίσει θανάσιμα την 

παραδοσιακή μας αντίληψη περί 

σελήνης.


Το φεγγάρι έφηβος σκληρός 

στους ξυλοκόπους. Στο φεγγάρι ένας 

ναύτης στα κάτασπρα ντυμένος, με τα 

κορίτσια να κλαίνε στα κατάρτια.

Το  φεγγάρι μ' ελαιώνες από χρυσές ελιές 

και μεταξένιους δυόσμους...

Άξιζε μια βόλτα

 εκεί πάνω. Κατά τ' άλλα, μια προσπάθεια

 να συνθέσω ποιητικό ζεϊμπέκικο κι όχι 

να αντιγράψω ή να συνεχίσω την 

παράδοση του είδους.

Σχόλια του Μάνου για το τραγούδι του 

"Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι" 



Μάνος Χατζιδάκις -Νίκος Γκάτσος 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...