Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

"Η ποίηση είναι γένους θηλυκού"

Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (I)

[Από την ενότητα Της σελήνης]  
Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.
Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,

όπως ν' αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ' την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ' ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.

Τούτ' η ανησυχία,
μέσ' στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.
                Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ' το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ' τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

Alberto Pancorbo-

painter

 Ζωή Καρέλλη, Εντυπώσεις

Οι εντυπώσεις είναι δάχτυλα,
πότε φιλντισένια, πότε πιο ρόδινα
ελαφριά πάνω στο μέτωπο,
στους κρόταφους, εκεί,
στις ρίζες των μαλλιών ηδονή
στα ευαίσθητα βλέφαρα.

Κι' είναι βάρβαρα χέρια,
πλατιά ή μυτερά
που σκεπάζουν το πρόσωπο
απότομα ή το ξεσκίζουν.
Όμως για να εισχωρήσουν στο κλειστό μυστικό του σώματος,
εκεί ν' αποτεθούν και να χωρέσουν
στη γυμνή ψυχή, πρέπει να περιμένουμε
ίσως πολύ για την ανάμνηση.
Τότε, το αποτέλεσμα φαίνεται
κι' ας έχουμε εμείς ξεχάσει
την εντύπωση, γίνεται διαφορετική
αποδίνεται απ' την ψυχή μας
απροσδόκητο, το σχέδιο,
της φυλαγμένης απάντησης.

Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949)


 Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (II)

[Από την ενότητα Της σελήνης]

II


Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
                βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ' ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.


Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.


Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

karen wallis artist
 Ζωή Καρέλλη, Άνθηση--Έμορφα της ζωής ξεσπάσματα
των δέντρων άνθη, ανθίσματα

της ορμής που ανεβαίνει
στο σιωπηλό, κλειστό κορμό.
Ανοίγουν οι εύχρωμες λαλιές τους,
εύηχες
            
 γίνονται προσφορές.

Ευαίσθητες, λεπτές εκφράσεις
του έρωτα λέξεις ερωτικές,
πάνω στο σκληρό σώμα των δέντρων
της άνοιξης.


Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

 [Από την ενότητα Παραμύθια του κήπου]

I


Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
και περιμένει να της φιλήσει
τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,

ώσπου να κοκκινίσουνε
απ' την πολλή του αγάπη.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ - Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία
Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία·
μαγεύονταν οἱ ἄνθρωποι
ὅταν περπατούσαμε μὲ βῆμ’ ἀργὸ
σὰν βάρκα νὰ μᾶς πήγαινε
γιορτὴ καὶ μὲ τραγούδια.
Ἀτημέλητοι
μὲ τὸ χνούδι τῆς κουβέρτας
ἀκόμα στὸ λαιμὸ
ἔμοιαζαν οἱ φωνές μας
τοῦ τσακαλιοῦ καὶ τ’ ἀηδονιοῦ οἱ ἡδονὲς
μπλεγμένες στὸν ἀέρα.
Γνωρίζαμε τὶς ἀπαντήσεις
ὅταν ρωτᾶν οἱ ἄγγελοι στὶς πόρτες
αὐτοὶ ποὺ στέκουν καὶ φυλᾶν
αὐστηρὰ χωρισμένες τὴν ἐπίγεια
ἀπὸ τὴν οὐράνια θλίψη.
(– Ναί, θὰ μείνουμε ἐδῶ…
– Ὅσο κρατήσει…
– Θαυμάζουμε τὴν ἀλεποῦ πὼς τρέχει…
– Θὰ γράφουμε ποιήματα ὡς τὰ βαθιὰ γεράματα
ὡς τὸν μεγάλο σωματικὸ πόνο…)
Σπάνια ἀγκαλιάζεις
σπάνια φοβᾶσαι
τὸ θάνατο τόσο πολὺ
ὅσο ὅταν στὰ χέρια σου
ὁ ἔρωτας
γίνεται τὸ σκῆπτρο
τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.

Daniel Gerhartz, 1965 ~ Impressionist painter

Kική Δημουλά - H ΛYTPΩΣH THΣ MAΓΔAΛHNHΣ
Ἐπιτέλους
ἔμπηξα τὸ χαριστικὸ καρφὶ
στὸ πάθος μου γιὰ σένα
τετέλεσται ὅλα
στὸν μέσα καὶ τὸν ἔξω μου σταυρὸ
κι ἔτσι, δίχως θρήνους
ἀπαθὴς κατεβάζω
τυλιγμένο μὲς στὸ λευκὸ σεντόνι
τῶν μαλλιῶν μου
τὸ ἄψυχο διωγμένο φίλημά μου
ἀπὸ τὰ ἀπαρνητικά σου πόδια
τὰ ὄξινά σου χείλη
μόνη μου τὸ σηκώνω
δὲν ἔχει κὰν
τὸ ἰδεολόγο ἐκεῖνο βάρος ποὺ
ἀποκτᾶ μιὰ στέρηση ὅταν
τὴν κληρονομεῖ ἡ ἱστορία
ἄχ, πανάλαφρος ἀπέμεινε
ὁ θάνατος τοῦ πόθου μου γιὰ σένα
φυσικὸ
ἔχει κλαπεῖ ἀπὸ μέσα τοῦ τὸ σῶμα
μέτρα πόσους αἰῶνες ἤκμασε φρενῆρες
σφαδάζοντας ἐπάνω
στὴν παγερὴ ἀπάρνησή σου γατζωμένο
καὶ τώρα ποὺ ἀποχωροῦν
αἳ μυροφόροι μοῖραι μία μία
κι ἔμεινα μόνη μὲς στὸ ἄδειο γεγονὸς
ἀνασηκώνω τὸ καπάκι ποὺ σκεπάζει
αὐτὰ ἐδῶ τὰ πτώματα ποὺ γράφω
καὶ θλιμμένη γελῶ παρατηρώντας
πῶς ζάρωσε τί γερόντιο ἔθιμο ἀπέμεινε
ὁ ἔρως μου γιὰ σένα
ἀλλὰ καὶ τί γραΐδιο κωμικὸ τί μάταιο
ἡ μὴ ἀνταπόκρισή σου
τετέλεσται ὅλα Χριστέ μου.
Τήρησα ὡστόσο εὐλαβῶς
τὸ ἔθιμο τῆς ὀδύνης καὶ φέτος.
Kική Δημουλά - ΠPOΣEXE
Ὅταν στρώνεις τὸ τραπέζι
πρὶν καθίσεις
νὰ ἐλέγχεις σχολαστικὰ
τὴν ἀντικρινή σου καρέκλα
ἂν εἶναι γερὴ μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οἱ ἐγκοπὲς
μήπως φαγώθηκαν οἱ ἁρμοὶ
ἂν ὑποσκάπτει τὸ σκελετὸ
σκουλήκι
γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα ὅλο καὶ πιὸ βαρύς.
Ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» 2007
Serge Marshennikov--Painter
Mαρία Πολυδούρη - [Ἐκείνη ποὺ εἶναι…]
Ἐκείνη ποὺ εἶναι λησμονημένη,
ἐκείνη ποὺ ἦρθε περαστικὰ
κι ἔφυγε ἀγνώριστη κι ἔφυγε ξένη,
τόσο θλιμμένη καρτερικά,
εἶχε στὸ βλέμμα κλείσει ἕνα ἀστέρι
ποῦ ὅλο ζητοῦσε τὸν οὐρανό,
ποὺ σὰν τὸν ἔρημο ἦταν φανὸ
μέσα σὲ νύχτα καὶ σ’ ἄγρια μέρη.
[…] Ἀνάμεσό μας στάθη θλιμμένη.
Κάτι ζητοῦσε, ποιὸς ξέρει τί;
Πῶς ἦρθε; Κι εἶναι λησμονημένη;
Τί νὰ ζητοῦσεν ἡ ξένη αὐτή;
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ-ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΑΟΥΜ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ- ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (Ποιήτρια) (ΜΑΛΛΟΥΣΑ)

Τέλειωσε το ταξιδι μας….

Μην ξεχασεις ποτέ

πόσο σφικτά,

πόσο ζεστά

σου κράτησα το χέρι…

Πάθος-ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ (1885 -1968).
Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.
Μες στα χέρια - τα χέρια σου -
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!
Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

Χωρισμός -Λένα Παπά

Ἒφυγα τρέχοντας ἀπ’ τό δωμάτιο
καί τό δωμάτιο μέ ἀκολούθησε
μ’ ὃλα του τά ἒπιπλα
τό γράμμα σου πάνω στό τραπέζι
καί τή φωτογραφία σου στόν τοῖχο
ένῶ κάποιος μέσα μου ἒκλαιγε καί φοβόταν καί κρύωνε

Οἱ δρόμοι καταπιῶνες τῆς μοναξιᾶς
μέ δάγκωναν μέ φῶτα αἰχμηρά
ὁ οὐρανός σερνόταν μές στίς σκοτεινές
λάσπες τῆς νύχτας
μιά ἀποφορά θλίψης γέμιζε τό τοπίο
κι ἐγώ σακατεμένη
δίχως ροῦχο ἢ φωτιά
κατρακυλοῦσα βαθιά
στό γκρεμό του Ἀντίο πού φεύγοντας
ἂνοιξες μέσα μου.
Konstantin Kacev -Painter
Εικοστός Αιώνας-Λένα Παπά
Μόνη θα κατέβεις, μόνη
τα σκοτεινά σκαλιά.
Ορφανή από το φως
και τρυφερότητα
κι ας ήσουν
το ρόδο των Ρόδων,
κι ας ήσουν η τόσο γλυκιά.
Πίσω σου ένα θρόισμα ελάχιστο
για λίγο θα μείνει
- πόσο διαρκεί ένα θρόισμα- 
ύστερα θα βαλσαμωθείς στη μνήμη
κι ο Άδης
θα σ'έχει κερδίσει για πάντα.
Δεν υπάρχει σήμερα Ορφέας
να πεθάνει για σένα, Ευρυδίκη.
 Κανείς -Λένα Παπά
Τό «Τώρα»
πού έν ριπῆ ὀφθαλμοῦ γίνεται «Πρίν»

ὃλοι τό κατοικοῦν μέ κάποιο φόβο
καί κρέμονται ἀπ’ τό «Θά» το αίνιγματικό
μή ὂντας σε θέση να εἰκάσουν
τό παραμικρό.

Ὂσο γιά τό «Μετά», μάταιος κόπος.
νά ἐπέμβεις δέν ὑπάρχει τρόπος.
Ἀποκυήματα ὃλα τῆς φαντασίας καί τῆς Λαχτάρας
γιά συνέχεια –μιά ὁποιαδήποτε συνέχεια.

Ἀφοῦ ἡ ἀναζήτησή μας ἒμεινε ἂγονη καί στείρα
-τόσους αἰῶνες κρούοντας καί δέν ἂνοιξε
καμμιά κλεισμένη θύρα
οὒτε ἂλλος Λάζαρος μᾶς ἒγνεψε
ἒστω ἀπό μακρυά
πάρτο ἀπόφαση, ἂν μπορεῖς:

Κανείς
ὃσον ὡραῖος καί γενναῖος καί χαρισματικός
και ἂν ὑπῆρξε στή ζωή του
δέν πῆγε πέρα ἀπό τή στάχτη του.
Πηγή πληροφοριών των ποιημάτων της Λένας Παπά /εδώ
http://stigmalogou.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...