Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Τα ''αληθινά ρόδα'' της Ποίησης

Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.
                        Τάσος Λειβαδίτης
  Το ρόδο, ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια.
 Ερωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με δρόμους, ή άστρα
κι η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα άγνωστη.
Ωσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ
Μονάχα με την ποίηση

Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα
Μονάχα με την ποίηση
Θα 'μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν' αγαπούμε

Να ονομάζουμε τα πράγματα
Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη
Και μ' ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική
Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα

Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ' απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός
Μονάχα με την ποίηση
Θ' ανακαλύψουμε ξανά τ' αστέρια

Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια
Μονάχα με την ποίηση
Θ' ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα

Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ' ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών
Τὸ διάφανο μετάξι-Γιώργης Παυλόπουλος

Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος οἱ δυό μας
νὰ ἔχουμε δοθεῖ σὰν ἄλλοτε στὸν ἔρωτα.
Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ δυό μας πάλι
ἀσάλευτοι τώρα νὰ κοιτάζουμε.


Κοιτάζαμε τὰ διψασμένα σώματα
ποὺ ἤμαστε κάποτε
κοιτάζαμε τὴν ἡδονή τους καὶ ποθούσαμε
καὶ λιώναμε νὰ σμίξουμε μαζί τους.


Ὅμως ἀνάμεσά μας ἕνα μετάξι διάφανο
σχεδὸν ἀόρατό μᾶς χώριζε γιὰ πάντα.


Γύρισε τότε καὶ μοῦ ἔδωσε μὲ δάκρυα στὰ μάτια
ἕνα φιλὶ ποὺ ἔκοβε τὰ χείλια σὰν μαχαίρι.


Τὸ πῆρα καὶ ἀρχίζοντας νὰ σχίζω τὸν ἀέρα
μᾶς φάνηκε τάχα πὼς περάσαμε
καὶ πέσαμε στὴν ἀγκαλιά τους
καὶ σμίξαμε τοὺς ἄλλους ἑαυτούς μας.


Κι Ἐκείνη ἐπῆγε μὲ τὸν Ἄλλο
κι ἐγὼ ἐπῆγα μὲ τὴν Ἄλλη.

Juan Medina-painter
 Στῆς Κίρκης-Γιώργης Παυλόπουλος
Πλάγιαζα στὸ σκοτάδι καὶ τὴν περίμενα
ἀκούγοντας ν’ ἀνεβαίνει τὴ σκάλα
μέσ’ στὴ δροσιὰ τοῦ σπιτιοῦ
σὰν ψίθυρος ἀπὸ φιλιὰ κι ἀνάσες.

Γύρευα τότε νὰ ξεφύγω
μὰ ἡ ὀμορφιά της στάλαζε στὰ κόκκαλά μου
νύχτες ποὺ μελετοῦσα τὸ κενὸ
πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἡδονὴ στὸν Ἅδη.


Καὶ τὰ λαγόνια της νὰ φέγγουνε στὸν ὕπνο μου
ματόκλαδα καὶ χείλια ποὺ τἄσκιζε ὁ πόθος μου
κι ὁ γυρισμὸς στὸν ὕπνο μου μονάχα
λίγος καπνὸς ἀπὸ μακριὰ
λουλούδια κι ἕνα δροσερὸ σταμνί.


Καὶ τὸ καράβι μου στὸν κῆπο της
δεμένο κι ἄγρυπνο
σὰν ἕνα μεγάλο μαῦρο σκυλὶ
μοῦ θύμιζε κάποτε τοὺς σύντροφους ποὺ χάθηκαν
ἢ τὶς παράξενες ἀφορμὲς τῆς ἀγάπης
.

Caspar David Friedrich

 Παράπονο -Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Πόσες φορές τὰ κύματα
που ἐπέφταν ἀφρισμένα
στὸ ἔρμο τ’ ἀκρογιάλι μου,
τὰ ρὠτησα γιὰ σένα! 



Πόσες φορές τὸ δάκρυ μου
στὴν ἄβυσσο εἶχε στάξει,
καὶ πόσο ἐπαρακάλεσα
ναλθῇ σ' ἐσέ ν' ἀράξῃ! 



Τοῦ κάκου! Φεύγ' η θάλασσα
καὶ πίσω της μ' ἀφήνει
ἀφροὺς καὶ λίγα φρύγανα
γιὰ μόνη ἐλεημοσύνη. 



Κ’ ἐγώ, τυφλός, ἐκοίταζα
τὸ κῦμα – καὶ δέν εἶδα
ὅτ' εἶναι ἀφρός ἡ ἀγάπη μου
καὶ φρύγανα ἡ ἐλπίδα.

 Ἄσπρο ἑλληνικὸ ἐρημοκκλήσι 

Τάκης Κ. Παπατσώνης (1895 - 1976)
Ἄσπρο ἑλληνικὸ ἐρημοκκλήσι δαρμένο
ἀπὸ τὴν ἀντηλιά!

 Γύρω-γύρω σου ἀμπέλια, μποστάνια
καρποφόρες συκιές καί κάπου-κάπου, μοναχική,
καὶ κάποια ἐλιά... 

Χρυσοφρυγαννισμένα τὰ χορτάρια
ἀχνίζουνε ἄχυρο πιά. Κι ἀντίς γι' ἀγγέλους, τὰ τζιτζίκια
σοῦ κανοναρχοῦνε τὸ κάθε ἀπομεσήμερο ἕως ἀργά
μὲ τὸ δικό τους τρόπο τὸν Παρακλητικό Κανόνα...

Ἀναστραμμένο σου θρονί ὅλο τὸ γαλάζιο
ἐνοῦ ἁπλοῦ οὐρανοῦ, ποὺ πάλαι γίνηκε
τὸ Μέτρο τῶν Δωριέων
καὶ που ἀναπαύεται στεριωμένος στὰ χρυσάφια
τοῦ εὐλογημένου μας πελάγους!

Γέννηση τῆς μέρας-  Οδυσσέας Ελύτης

Ὅταν ἡ μέρα τεντωθῇ ἀπὸ τὸ κοτσάνι της κι ἀνοίξῃ ὅλα τὰ χρώματα πάνω στὴ γῆ
Ὅταν ἀπὸ φωνή σὲ στόμα σπάσῃ ὁ σταλαγμίτης
Ὅταν ὁ ἥλιος κολυμπήσῃ σὰν ποτάμι σ' ἕνα κάμπο ἀθέριστο
Καὶ τρέξῃ ἕνα πανί βοσκόπουλο τῶν μελτεμιῶν μακρυά
Πάντα ἡ στολή σου εἶναι στολὴ νησιοῦ εἶναι μύλος ποὺ γυρίζει ἀνάποδα τὰ χρόνια
Τὰ χρόνια ποὺ ἔζησες καὶ ποὺ τὰ ξαναβρίσκω νὰ πονοῦν στὸ στῆθος μου

- - - -τὴ ζωγραφιά τους –
Ἡ μιὰ βερυκοκκιά σκύβει στὴν ἄλλη καὶ τὸ χῶμα πέφτει ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ
- - - -τοῦ ξυπνητοῦ νεροῦ

Ἡ σφῆκα στὸ κορμὶ τοῦ φλόμου ἀνοίγει τὰ φτερά της
Ὕστερα ξαφνικά πετάει καὶ χάνεται βουίζοντας

Κι ἀπὸ σταλαγματιά σὲ φύλλο κι ἀπὸ φύλλο σὲ ἄγαλμα ὅσο πάει καὶ πιό πολύ
- - - -μεταμορφώνεται ὁ καιρός
Παίρνει τὰ πράγματα ποὺ σὲ θυμίζουν κι ὅσο πάει καὶ πιό πολύ τὰ συγγενεύει
- - - -μὲς στὸν ἔρωτά μου
Ὁ ἴδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
Ὁ κορμὸς ὅλος φλέγεται τοῦ δέντρου τοῦ ἥλιου τῆς καλῆς καρδιᾶς!


Ἔτσι σὲ βλέπω ἀκόμη στὴν ἀχτίδα τῆς αἰώνιας μέρας
Ν' ἀκοῦς τὸ χτυποκάρδι τῆς στεριᾶς
Ἡ γέννηση δέν ἄλλαξε οὔτε μιὰ χαρά σου


Ἄφηνες μιὰ μεγάλη νύφη ἀφροῦ ἀνεβαίνοντας
Τίναζες τὸ κεφάλι σου σαπουνισμένο ἀπὸ τὴν πρωινή ὀμορφιά
Ἡ αἰθρία πλάταινε τὰ μάτια σου
Δέν ἦταν αἴνιγμα ποὺ νὰ μή σβήνῃ πιὰ ποὺ νὰ μή γίνεται καπνός σὲ στόμα αἰόλου
Ἄλλαζες μὲ τὰ χέρια σου τὶς ἐποχές
Βάζοντας χιόνια καὶ βροχές λουλούδια θάλασσες
Κι ἡ μέρα χώριζε ἀπὸ τὸ κορμί σου ἀνέβαινε, ἄνοιγε μεγάλη εὐχή πάνω στὰ ἡλιοτρόπια


Τί ξέρει τώρα ὁ τζίτζικας ἀπὸ τὴν ἱστορία ποὺ ἄφησες, τί ξέρει ὁ γρύλλος;..

Ἡ καμπάνα τοῦ χωριοῦ που ἀνοίγεται στὸν ἄνεμο
Ἡ κάμπια, ὁ κρόκος, ὁ ἀχινός, τὸ ἀλφάκι τοῦ νεροῦ
Μυριάδες στόματα φωνάζουνε καὶ σὲ καλοῦν
Ἔλα λοιπὸν ἀπ' τὴν ἀρχή νὰ ζήσουμε τὰ χρώματα
Ν' ἀνακαλύψουμε τὰ δῶρα τοῦ γυμνοῦ νησιοῦ
Ρόδινοι καὶ γαλάζιοι τροῦλλοι θ' ἀναστήσουν τὸ αἴσθημα
Γενναῖο σὰ στῆθος τὸ αἴσθημα ἕτοιμο νὰ ξαναπετάξῃ

Ἔλα λοιπὸν νὰ στρώσουμε τὸ φῶς
Νὰ κοιμηθοῦμε τὸ γαλάζιο φῶς στὰ πέτρινα σκαλιὰ τοῦ Αὐγούστου


Ξέρεις, κάθε ταξίδι ἀνοίγεται στὰ περιστέρια
Ὅλος ὁ κόσμος ἀκουμπάει στὴ θάλασσα καὶ τὴ στεριά
Θὰ πιάσουμε τὸ σύννεφο θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ συμφορά τοῦ χρόνου

Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὄψη τῆς κακοτυχιᾶς
Θὰ παίξουμε τὸν ἥλιο μας στὰ δάχτυλα
Στὶς ἐξοχές τῆς ἀνοιχτῆς καρδιᾶς
Θὰ δοῦμε νὰ ξαναγεννιέται ὁ κόσμος! 

- Daniel F Gerhartz-

Ἐξιλέωση-Μελισσάνθη 
Κάθε φορά που ἁμάρταινα μισάνοιγε μιὰ πόρτα∙
κ' οἱ ἄγγελοι, ποὺ δέν μὲ εἶχαν βρεῖ στὴν ἀρετή μου ὡραία,
τῶν ἄνθινών τους ἔγερναν ψυχῶν τὸν ἀμφορέα –
κάθε φορά που ἁμάρταινα λὲς κι ἄνοιγε μιὰ πόρτα...
Καὶ στάζανε τῶν οἰκτιρμῶν τὰ δάκρυα μὲς στὰ χόρτα∙
μ' ἀπ' τὰ οὐράνια ἀν μ' ἔδιωχνε τῆς τύψης μου ἡ ρομφαία

κάθε φορά που ἁμάρταινα μισάνοιγε μιὰ πόρτα –
μὲ βλέπαν οἱ ἄνθρωποι ἄσχημη κ' οἱ ἄγγελοι μόνο ὡραία!

 Τὸ φύλλο τῆς λεύκας- Γ. Σεφέρης
Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μήν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος
πέρα μακρυά
μιὰ θάλασσα
πέρα μακρυά
ἕνα νησί στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιά
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστά
σὲ θαλασσινές ἀνεμῶνες…


Ἔτρεμε τόσο πολύ
τὸ ζήτησα τόσο πολύ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ' ὅλα τὰ δάση γυμνά
θεέ μου τὸ ζήτησα!

Anna Shakina Photography

Κώστας Μόντης (1914 - 2004)



Αὐτὸς ὁ ζεστὸς ἄνεμος…

Αὐτὸς ὁ ζεστὸς ἄνεμος ἀπὸ ποῦ ἔρχεται;
Αὐτὸ τὸ ξαγρύπνημα ἀπὸ ποῦ κρατᾶ;
Αὐτὰ τὰ γαλανὰ μάτια ἀπὸ ποῦ κρυφοκοιτάζουν;
Αὐτὴ ἡ χαρὰ μέσα μου
ἀπὸ ποιό βράχο πέφτει;
Ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε
αὐτὸς ὁ τρυφερὸς πλόκαμος
μὲ τὴ βαθυπράσινη ὑπόσχεση,
μὲ τὴν ἁρπάγη του ἕτοιμη; [ ]

Τὸ πουλὶ γελάστηκε ἀπ’ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο
καὶ μπῆκε!
Οἱ ἐλπίδες κοίταξαν τὰ χέρια, κι ἀπατήθηκαν,
κ’ ἔβαναν γρήγορα-γρήγορα
στὸν ἄσπρο δίσκο γλυκὸ ἀμυγδάλου
καὶ στὰ τριανταφυλλένια ποτήρια
κρύο νερὸ ἀπ’ τὸ πηγάδι…

Σὲ ποιά θάλασσα-Γιώργος Θέμελης

Σὲ ποιά θάλασσα,
ποιός οὐρανὸς
σ’ ἔχει φιλήσει;..


Τὰ μαλλιά σου τρυποῦν
τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνέμου,
σὰν τὰ δέντρα καὶ σὰν τὰ ταξίδια!

Τὸ χέρι σου χαμόγελο,
φωνὴ σὰν τοῦ νεροῦ,
σὰν κοριτσιοῦ κάτασπρη ντάλια!

Ὅπου κι ἂν κοιτάξεις,
προβάλλει τὸ πρόσωπό σου,
κατεβαίνει τὸ βλέμμα σου
ἀπὸ χίλια
λουλούδια!
 Τὰ δεσμὰ- Μανώλης Αλεξίου

Τὰ δεσμὰ ποὺ μᾶς κρατοῦν
μᾶς πληγώνουνε τὰ χέρια –
κάτι ἀόρατα μαχαίρια
μᾶς κεντοῦν.


Τὸ κλειδί τῆς φυλακῆς
τὄχει ὁ χρόνος κ’ ἡ συνήθεια –
καὶ σὲ πάει στὸ δρόμο ἡ ἀλήθεια
τῆς σιωπῆς.


Πάντα ψάχνεις γιὰ νὰ βρῇς
τὴν ψυχή σου στὸ σκοτάδι,
μὰ τὴν χάνεις κάθε βράδυ
πιὸ νωρίς.


Κι ἂν ὑπάρχουν οὐρανοί –
θέ μου, πόσο μακρυά μας!
Κ’ εἶναι μόνο στὰ ὄνειρά μας
γαλανοί!


 Γιατὶ τὸν εἴχαμε λησμονήσει-Γιώργος Σαραντάρης
Μπορεῖ ἑνας ἀπὸ μᾶς ν’ ἀγαπήσῃ μιὰ γυναῖκα;
Ἂς βγῇ ἔξω,
ἂς περπατήσῇ πρὸς τὴ θάλασσα,
ἂς τραγουδήσῃ!..

Ἀπὸ τὰ κύματα θ’ ἀνθίσουν γυναῖκες
ὄχι μονάχα γιὰ κεῖνον ποὺ τραγουδᾶ
ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας!
Ὅλοι θὰ μάθουμε ξανά τὸν ἔρωτα,
σάν νὰ μὴν τὸν ξέραμε ποτέ,
σάν νὰ τὸν εἴχαμε λησμονήσει!..
Γιατὶ τὸν εἴχαμε λησμονήσει!


Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

''Ειν' δυνατή σα θάνατος η αγάπη''-Ασμα Ασμάτων

Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Μουσική:Μάνος Χατζιδάκις Ερμηνεία: 
Φλέρυ Νταντωνάκη-Γρ.Ψαριανός .-
Στίχοι:  
Εκκλησιαστικοί

Κραταιά ως Θάνατος Αγάπη    
Τι ωραιώθης και τη ηδυνήθης,
αγάπη, εν τρυφαίς σου!
Τούτο μέγεθός σου...
Ωμοιώθης τω φοίνικι,
και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν.
Είπα: Αναβήσομαι επί τω φοίνικι,
κρατήσω των ύψεων αυτού.

Εγώ τω αδελφιδώ μου,
και επ’ εμέ η επιστροφή αυτού.
Ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου,
και η δεξιά αυτού περιλήμψεταί με.


Υπό μήλον εξήγειρά σε...
Και η δεξιά αυτού περιλήμψεταί με...
Εκεί ωδίνησέν σε η μήτηρ σου...
Ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου...
Εκεί ωδίνησέν σε η τεκούσα σου.

Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου,
ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου.
Ότι κραταιά ως Θάνατος Αγάπη,
σκληρός ως Άδης Ζήλος.
Περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής.
Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

''Ασμα ασμάτων ''


Το Άσμα ασμάτων είναι ένα από τα πιο γνωστά βιβλία της Αγίας Γραφής, αλλά λίγοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα ερωτικό ποίημα, που δημιουργήθηκε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. μάλλον από το βασιλιά Σολομώντα. 
Το ποίημα «Ασμα Ασμάτων» αποτελείται από 117 στίχους και θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά κείμενα.
 

Ασμα Ασματων, στιχοι

Όμορφη, όμορφη, όμορφη που “σαι αγάπη μου.
Τι όμορφη που είσαι.

Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου. Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου.
Εσύ “σαι κρινολούλουδο κι” εκείνες είναι αγκάθια.


 Ίδια με κόκκινη κλειστή τα κόκκινα σου χείλη.
Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση μού φαντάζει πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλο σου.


Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα.
Φίλα με, φίλα με, μ” όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα, μέθα με στης αγκάλης σου το πιο γλυκό κρασί, και το όνομα σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω.


Όλων των μύρων τ” άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ. Ναι, πιο πολύ κι” από το κρασί μεθώ όταν μ” αγγίζεις. Να σ” αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις. 


Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη. Αχ, μου “χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου, μ” ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη, μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω. 


 Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη, πηγή με γάργαρο νερό. Παράδεισος από δροσιές, παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι.

Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι” ο νάρδος με τον κρόκο, και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα και αλόη, και όποιο μύρο πεις, σε “σένα ευωδιάζουν.


Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου, να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου. Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.


Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.


Κι” ας κατεβεί ο άντρας μου στο κήπο που “ν” δικός του, για να γευτεί όποιο καρπό απ” τα κλαδιά του θέλει, για να γευτεί όποιο καρπό απ” τα κλαδιά μου θέλει.
 Η Ειρήνη Παππά απαγγέλλει από το Άσμα
Ασμάτων του Σολομώντα, 4ος αιώνας, π.Χ. Η
μετάφραση και ποιητική απόδοση ανήκει στον
Λευτέρη Παπαδόπουλο και η μουσική στον
Βαγγέλη Παπαθανασίου (δίσκος "Ραψωδίες",1986

Ἰάκωβος Καμπανέλλης - Ἄσμα Ἄσμάτων

Το 'Ασμα 'Ασμάτων ,ανήκει σ' ένα απο τα τέσσερα τραγούδια του έργου -Mαουτχάουζεν (The Balad of Mauthausen) ονομάστηκε ο κύκλος τραγουδιών τουΜίκη Θεοδωράκη, τα οποία αποτελούν μελοποίηση -κατά κύριο λόγο- του αφηγηματικού έργου Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στο οποίο περιγράφεται ο έρωτας δύο κρατουμένων στο ομώνυμο στρατόπεδο συγκέντρωσης.


ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ  " ΑΣΜΑ

 ΑΣΜΑΤΩΝ "
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
(Φαγιούμ -Δημήτρης Αργυρίου)

 Μιλτιάδης Μαλακάσης, Άσμα Ασμάτων


‘Ελα και γείρε το τετράξανθο κεφάλι

Μες στη λαχταρισμένη μου αγκαλιά.


‘Εχω τραγούδια να σου πω και πάλι,


Τώρα που δε σε νανουρίζουν τα πουλιά



Η νύχτα, ιδές, γυρνά μαυροντυμένη


‘Ολα σιωπηλά κοιμούνται γύρω,


‘Ελα, ακριβή μου, ονειροπλανεμένη,


Να με μεθύσεις με τ’ απόκρυφό σου μύρο.


‘Ελα τραγούδι να σου πω και πάλι˙


‘Ελα και γείρε το τετράξανθο κεφάλι


Μες στη λαχταρισμένη μου αγκαλιά˙


Τώρα που δε λαλούνε τα πουλιά,


‘Ελα τραγούδια να σου πω και πάλι.



 Άσμα Ασμάτων (το προανάκρουσμα σε

μετάφραση Γιώργη Έξαρχου)

Μ’ έχει φιλήσει με φιλιά απ’ το δικό του στόμα


Τι πιο γλυκά κι απ’ το κρασί είναι τα δυο βυζιά 


σου

Το άρωμα που εσύ φοράς όλα τα ξεπερνάει


Κι απλώθηκε σαν άρωμα παντού το όνομά σου


Γι’ αυτό κι όλες οι νεαρές κοπέλες σε αγαπήσαν


Πίσω σου ξαμολήθηκαν, τρέχουνε στο άρωμά 


σου

Ο βασιλιάς με έμπασε στο υπνοδωμάτιό του


Χαρούμενα κι ευχάριστα μαζί σου θα περνάμε


Απ’ το κρασάκι πιο πολύ γουστάρω τα βυζιά σου


Ξέρεις στα ίσα σου μιλώ, σε έχω αγαπήσει.



Άσμα Ασμάτων, σε μετάφραση Γ. Σεφέρη
Πότε γράφτηκε το «Ασμα Ασμάτων»; 

Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «… η 

εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος 

πρέπει να είναι ο Δ’ π.Χ. αιώνας. Τότε ένας 

Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την 

ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα 

ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή 

και από τη Συρία σ’ αυτό το σύνολο, όπου είναι 

αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».

Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) 

γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική 

από τους «Εβδομήκοντα», μια επιτροπή από

 Ιουδαίους ελληνιστές.

Προσθέτει ο Σεφέρης:

«Δεν νομίζω πως χρειάζεται, ούτε είναι δουλειά

 μου, να επιβαρύνω αυτό το σημείωμα με 

περισσότερες φιλολογικές λεπτομέρειες. Μόνο 

θα έπρεπε να προσθέσω πως το Ασμα, μολονότι

 ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και 

υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό 

πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από 

τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει

 διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, 

βρήκε ωστόσο -όχι χωρίς συζητήσεις είναι 

αλήθεια- μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς 

Διαθήκης».

Το «Ασμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που 

βλάστησε σ’ έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της 

Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που 

πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Αντρας και ο

 Χορός από γυναίκες ή και άντρες. Μερικοί 

στίχοι:

«Να με φιλήσει»…

«Η Νύφη: Να με φιλήσει με τα φιλιά του 

στόματός του! / Η αγκάλη σου είναι πιο καλή

 από το κρασί / κι η ευωδιά των μύρων σου απ’ 

όλα τα αρώματα / μύρο χυμένο τ’ όνομά σου / 

γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες. / Πάρε με, 

τρέχουμε πίσω σου! (…) Ο Αντρας: Ομορφη που

 είσαι αγαπημένη, / όμορφη που είσαι. / Τα 

μάτια σου είναι περιστέρια». «Η Νύφη: 

Ομορφος που είσαι αγαπημένε, / πόσο μεστός. 

Η κοίτη μας είναι φυλλωσιά».

Ως βουκολικό ποίημα το «Ασμα Ασμάτων» 

περιέχει εικόνες που θα ξένιζαν μια κοπέλα των

 ημερών μας, αν άκουγε τον αγαπημένο της να 

παρομοιάζει τα μαλλιά της με «…κοπάδι γίδια /

 που ροβολούν απ’ το Γαλαάδ», τα δόντια της 

«… προβατίνες κουρεμένες / που ανέβηκαν απ’ 

το λουτρό», ενώ τα βυζιά της «δυο νεβροί/ 

δίδυμοι της ζαρκάδας/ που βόσκουν μες στα

 κρίνα».

Ακολουθούν ωστόσο στίχοι που αντέχουν σε 

όλους τους καιρούς: 
«Η αγκάλη σου είναι πιο 

καλή από το κρασί/ κι η ευωδία των μύρων σου 

απ’ όλα τα αρώματα./ Μέλι στάζει απ’ τα χείλη 

σου νύφη/ μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα 

σου/ κι η ευωδιά της φορεσιάς σου σαν την 

ευωδιά του Λιβάνου».

''απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ 

ΓΚΙΩΝΗ “ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ”
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2/1/2010

''Ασμα Ασμάτων ''-Λευτέρης Παπαδόπουλος 
Οκτώβρης 1994-Στον πρόλογο του βιβλίου του,ο Λ.Παπαδόπουλος ,αναφέρει :«Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να “μεταφράσω” το Άσμα Ασμάτων. 
Μ’ έσπρωξε σ’ αυτό η Ειρήνη Παπά, που ονειρευόταν να μελοποιηθεί το ποίημα και να παρουσιαστεί στη σκηνή από την ίδια, δύο τραγουδιστές και χορό (που να ‘ξερε ότι στους αρχαίους χρόνους απαγορευόταν να τραγουδιέται το το Άσμα και ο Ραβή Ιωχανάν Μπεν Νουρή έλεγε πως όποιος στρογγυλεύει τη φωνή του, διαβάζοντάς το, δεν έχει μερίδιο στη μέλλουσα ζωή...).

Άρχισα να μεταφράζω το Άσμα το Μάη του 1985. Το έργο, σε μια πρώτη μορφή, το τελείωσα στις 24 του ίδιου μήνα. Έκτοτε και ίσαμε σήμερα, που πήρε την οριστική του μορφή, το “πάλευα”, το άφηνα, το ξανάπιανα. Μεγάλο ρόλο στο να αποφασίσω να το βγάλω σε βιβλίο έπαιξε ο ποιητής Θανάσης Νιάρχος. Ο ίδιος έριξε και την ιδέα να το εικονογραφήσει ο Αλέκος Φασιανός.

Ευχαριστώ την Ειρήνη, το Θανάση, τον Αλέκο και τον εκδότη Θανάση Καστανιώτη για τη συγκίνηση που μου ‘δωσαν όταν πήραν στα χέρια τους τα χειρόγραφά μου, τα διάβασαν και είπαν όλοι τον καλό τους λόγο. Μα πιο πολύ ευχαριστώ τη γυναίκα μου, Ραία Μουζενίδη, που αγάπησε βαθιά αυτό το έργο και το ‘χε στο ζεστό κόρφο της, από την αρχή, σαν μικρό παιδί.





Πορτραίτα -Φαγιούμ 



Ο ύμνος της Αγάπης          http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_28.html



Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

"Η ποίηση είναι γένους θηλυκού"

Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (I)

[Από την ενότητα Της σελήνης]  
Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.
Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,

όπως ν' αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ' την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ' ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.

Τούτ' η ανησυχία,
μέσ' στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.
                Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ' το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ' τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

Alberto Pancorbo-

painter

 Ζωή Καρέλλη, Εντυπώσεις

Οι εντυπώσεις είναι δάχτυλα,
πότε φιλντισένια, πότε πιο ρόδινα
ελαφριά πάνω στο μέτωπο,
στους κρόταφους, εκεί,
στις ρίζες των μαλλιών ηδονή
στα ευαίσθητα βλέφαρα.

Κι' είναι βάρβαρα χέρια,
πλατιά ή μυτερά
που σκεπάζουν το πρόσωπο
απότομα ή το ξεσκίζουν.
Όμως για να εισχωρήσουν στο κλειστό μυστικό του σώματος,
εκεί ν' αποτεθούν και να χωρέσουν
στη γυμνή ψυχή, πρέπει να περιμένουμε
ίσως πολύ για την ανάμνηση.
Τότε, το αποτέλεσμα φαίνεται
κι' ας έχουμε εμείς ξεχάσει
την εντύπωση, γίνεται διαφορετική
αποδίνεται απ' την ψυχή μας
απροσδόκητο, το σχέδιο,
της φυλαγμένης απάντησης.

Από τη συλλογή Φαντασία του χρόνου (1949)


 Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (II)

[Από την ενότητα Της σελήνης]

II


Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
                βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ' ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.


Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.


Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)

karen wallis artist
 Ζωή Καρέλλη, Άνθηση--Έμορφα της ζωής ξεσπάσματα
των δέντρων άνθη, ανθίσματα

της ορμής που ανεβαίνει
στο σιωπηλό, κλειστό κορμό.
Ανοίγουν οι εύχρωμες λαλιές τους,
εύηχες
            
 γίνονται προσφορές.

Ευαίσθητες, λεπτές εκφράσεις
του έρωτα λέξεις ερωτικές,
πάνω στο σκληρό σώμα των δέντρων
της άνοιξης.


Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

 [Από την ενότητα Παραμύθια του κήπου]

I


Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
και περιμένει να της φιλήσει
τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,

ώσπου να κοκκινίσουνε
απ' την πολλή του αγάπη.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ - Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία
Εἶχε ἡ ἀγάπη μας μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία·
μαγεύονταν οἱ ἄνθρωποι
ὅταν περπατούσαμε μὲ βῆμ’ ἀργὸ
σὰν βάρκα νὰ μᾶς πήγαινε
γιορτὴ καὶ μὲ τραγούδια.
Ἀτημέλητοι
μὲ τὸ χνούδι τῆς κουβέρτας
ἀκόμα στὸ λαιμὸ
ἔμοιαζαν οἱ φωνές μας
τοῦ τσακαλιοῦ καὶ τ’ ἀηδονιοῦ οἱ ἡδονὲς
μπλεγμένες στὸν ἀέρα.
Γνωρίζαμε τὶς ἀπαντήσεις
ὅταν ρωτᾶν οἱ ἄγγελοι στὶς πόρτες
αὐτοὶ ποὺ στέκουν καὶ φυλᾶν
αὐστηρὰ χωρισμένες τὴν ἐπίγεια
ἀπὸ τὴν οὐράνια θλίψη.
(– Ναί, θὰ μείνουμε ἐδῶ…
– Ὅσο κρατήσει…
– Θαυμάζουμε τὴν ἀλεποῦ πὼς τρέχει…
– Θὰ γράφουμε ποιήματα ὡς τὰ βαθιὰ γεράματα
ὡς τὸν μεγάλο σωματικὸ πόνο…)
Σπάνια ἀγκαλιάζεις
σπάνια φοβᾶσαι
τὸ θάνατο τόσο πολὺ
ὅσο ὅταν στὰ χέρια σου
ὁ ἔρωτας
γίνεται τὸ σκῆπτρο
τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.

Daniel Gerhartz, 1965 ~ Impressionist painter

Kική Δημουλά - H ΛYTPΩΣH THΣ MAΓΔAΛHNHΣ
Ἐπιτέλους
ἔμπηξα τὸ χαριστικὸ καρφὶ
στὸ πάθος μου γιὰ σένα
τετέλεσται ὅλα
στὸν μέσα καὶ τὸν ἔξω μου σταυρὸ
κι ἔτσι, δίχως θρήνους
ἀπαθὴς κατεβάζω
τυλιγμένο μὲς στὸ λευκὸ σεντόνι
τῶν μαλλιῶν μου
τὸ ἄψυχο διωγμένο φίλημά μου
ἀπὸ τὰ ἀπαρνητικά σου πόδια
τὰ ὄξινά σου χείλη
μόνη μου τὸ σηκώνω
δὲν ἔχει κὰν
τὸ ἰδεολόγο ἐκεῖνο βάρος ποὺ
ἀποκτᾶ μιὰ στέρηση ὅταν
τὴν κληρονομεῖ ἡ ἱστορία
ἄχ, πανάλαφρος ἀπέμεινε
ὁ θάνατος τοῦ πόθου μου γιὰ σένα
φυσικὸ
ἔχει κλαπεῖ ἀπὸ μέσα τοῦ τὸ σῶμα
μέτρα πόσους αἰῶνες ἤκμασε φρενῆρες
σφαδάζοντας ἐπάνω
στὴν παγερὴ ἀπάρνησή σου γατζωμένο
καὶ τώρα ποὺ ἀποχωροῦν
αἳ μυροφόροι μοῖραι μία μία
κι ἔμεινα μόνη μὲς στὸ ἄδειο γεγονὸς
ἀνασηκώνω τὸ καπάκι ποὺ σκεπάζει
αὐτὰ ἐδῶ τὰ πτώματα ποὺ γράφω
καὶ θλιμμένη γελῶ παρατηρώντας
πῶς ζάρωσε τί γερόντιο ἔθιμο ἀπέμεινε
ὁ ἔρως μου γιὰ σένα
ἀλλὰ καὶ τί γραΐδιο κωμικὸ τί μάταιο
ἡ μὴ ἀνταπόκρισή σου
τετέλεσται ὅλα Χριστέ μου.
Τήρησα ὡστόσο εὐλαβῶς
τὸ ἔθιμο τῆς ὀδύνης καὶ φέτος.
Kική Δημουλά - ΠPOΣEXE
Ὅταν στρώνεις τὸ τραπέζι
πρὶν καθίσεις
νὰ ἐλέγχεις σχολαστικὰ
τὴν ἀντικρινή σου καρέκλα
ἂν εἶναι γερὴ μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οἱ ἐγκοπὲς
μήπως φαγώθηκαν οἱ ἁρμοὶ
ἂν ὑποσκάπτει τὸ σκελετὸ
σκουλήκι
γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα ὅλο καὶ πιὸ βαρύς.
Ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» 2007
Serge Marshennikov--Painter
Mαρία Πολυδούρη - [Ἐκείνη ποὺ εἶναι…]
Ἐκείνη ποὺ εἶναι λησμονημένη,
ἐκείνη ποὺ ἦρθε περαστικὰ
κι ἔφυγε ἀγνώριστη κι ἔφυγε ξένη,
τόσο θλιμμένη καρτερικά,
εἶχε στὸ βλέμμα κλείσει ἕνα ἀστέρι
ποῦ ὅλο ζητοῦσε τὸν οὐρανό,
ποὺ σὰν τὸν ἔρημο ἦταν φανὸ
μέσα σὲ νύχτα καὶ σ’ ἄγρια μέρη.
[…] Ἀνάμεσό μας στάθη θλιμμένη.
Κάτι ζητοῦσε, ποιὸς ξέρει τί;
Πῶς ἦρθε; Κι εἶναι λησμονημένη;
Τί νὰ ζητοῦσεν ἡ ξένη αὐτή;
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ-ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΑΟΥΜ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ- ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (Ποιήτρια) (ΜΑΛΛΟΥΣΑ)

Τέλειωσε το ταξιδι μας….

Μην ξεχασεις ποτέ

πόσο σφικτά,

πόσο ζεστά

σου κράτησα το χέρι…

Πάθος-ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ (1885 -1968).
Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.
Μες στα χέρια - τα χέρια σου -
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!
Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

Χωρισμός -Λένα Παπά

Ἒφυγα τρέχοντας ἀπ’ τό δωμάτιο
καί τό δωμάτιο μέ ἀκολούθησε
μ’ ὃλα του τά ἒπιπλα
τό γράμμα σου πάνω στό τραπέζι
καί τή φωτογραφία σου στόν τοῖχο
ένῶ κάποιος μέσα μου ἒκλαιγε καί φοβόταν καί κρύωνε

Οἱ δρόμοι καταπιῶνες τῆς μοναξιᾶς
μέ δάγκωναν μέ φῶτα αἰχμηρά
ὁ οὐρανός σερνόταν μές στίς σκοτεινές
λάσπες τῆς νύχτας
μιά ἀποφορά θλίψης γέμιζε τό τοπίο
κι ἐγώ σακατεμένη
δίχως ροῦχο ἢ φωτιά
κατρακυλοῦσα βαθιά
στό γκρεμό του Ἀντίο πού φεύγοντας
ἂνοιξες μέσα μου.
Konstantin Kacev -Painter
Εικοστός Αιώνας-Λένα Παπά
Μόνη θα κατέβεις, μόνη
τα σκοτεινά σκαλιά.
Ορφανή από το φως
και τρυφερότητα
κι ας ήσουν
το ρόδο των Ρόδων,
κι ας ήσουν η τόσο γλυκιά.
Πίσω σου ένα θρόισμα ελάχιστο
για λίγο θα μείνει
- πόσο διαρκεί ένα θρόισμα- 
ύστερα θα βαλσαμωθείς στη μνήμη
κι ο Άδης
θα σ'έχει κερδίσει για πάντα.
Δεν υπάρχει σήμερα Ορφέας
να πεθάνει για σένα, Ευρυδίκη.
 Κανείς -Λένα Παπά
Τό «Τώρα»
πού έν ριπῆ ὀφθαλμοῦ γίνεται «Πρίν»

ὃλοι τό κατοικοῦν μέ κάποιο φόβο
καί κρέμονται ἀπ’ τό «Θά» το αίνιγματικό
μή ὂντας σε θέση να εἰκάσουν
τό παραμικρό.

Ὂσο γιά τό «Μετά», μάταιος κόπος.
νά ἐπέμβεις δέν ὑπάρχει τρόπος.
Ἀποκυήματα ὃλα τῆς φαντασίας καί τῆς Λαχτάρας
γιά συνέχεια –μιά ὁποιαδήποτε συνέχεια.

Ἀφοῦ ἡ ἀναζήτησή μας ἒμεινε ἂγονη καί στείρα
-τόσους αἰῶνες κρούοντας καί δέν ἂνοιξε
καμμιά κλεισμένη θύρα
οὒτε ἂλλος Λάζαρος μᾶς ἒγνεψε
ἒστω ἀπό μακρυά
πάρτο ἀπόφαση, ἂν μπορεῖς:

Κανείς
ὃσον ὡραῖος καί γενναῖος καί χαρισματικός
και ἂν ὑπῆρξε στή ζωή του
δέν πῆγε πέρα ἀπό τή στάχτη του.
Πηγή πληροφοριών των ποιημάτων της Λένας Παπά /εδώ
http://stigmalogou.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...